Criticism

Κείμενα και Κριτική


Νίκος Καρούζος

Το πολιτικό στο (ύστερο) έργο του Νίκου Καρούζου

Το πολιτικό στο (ύστερο) έργο του Νίκου Καρούζου

Λογοτεχνία και ΜΜΕ Παράδοση December 26, 2020

του Αλέξανδρου Αντωνόπουλου

Προσέχετε τη χλόη, συμπεριφέρεται σοσιαλιστικά[1]

Ν.Κ.

Στις 28 Σεπτεμβρίου, όταν γράφονταν αυτές οι σειρές, συμπληρώνονταν 30 χρόνια από το θάνατο του Νίκου Καρούζου. Δύο μήνες νωρίτερα βρίσκομαι έξω από το σπίτι του ποιητή στο Ναύπλιο όπου στον πεζόδρομο φιλοξενείται μια υπαίθρια, ομαδική έκθεση σύγχρονης τέχνης. Στις κολώνες της εισόδου έχουν αναρτηθεί δύο πολύχρωμοι, μεταμοντέρνοι κούροι και στην περίφραξη τα πανό με στοιχεία της έκθεσης. Ο οικολογικός προσανατολισμός της τελευταίας εμπνέεται από στίχους του Νίκου Καρούζου και τιτλοφορούν την καλλιτεχνική συνάθροιση: Ούτε που μας δόθηκε μία εξήγηση για το άρωμα των λουλουδιών[2]

Τα έργα τέχνης, απλωμένα στον πεζόδρομο της Βασιλέως Κωνσταντίνου, αφαιρούν κάτι από την εικόνα εγκατάλειψης της οικίας του ποιητή. Ξεχωρίζω μια μεταλλική, ευμεγέθη, αναποδογυρισμένη κατσαρίδα, έργο του Francesco Moretti με τίτλο «Όχι, θα κάτσω να σκάσω», κι αναρωτιέμαι αν ο γλύπτης σκεφτόταν κάποιον άλλον στίχο του ποιητή, λιγότερο θεαματικό από αυτόν που «ντύνει» την έκθεση, έναν πιο κυνικό στίχο του ίσως, από κάποιο από τα πονήματα του Καρούζου που πρωταγωνιστεί μια κατσαρίδα…

Θα έπρεπε να ανατρέξω τουλάχιστον μία δεκαετία πίσω στο χρόνο ώστε να θυμηθώ πότε διάβασα για πρώτη φορά κάποια δημιουργία του Νίκου Καρούζου. Επιστρέφει στη μνήμη το αρχικό ανάγνωσμα ως έναυσμα για αναζήτηση επόμενων. Πρόκειται για το Σύντομο (1993: 113) από τη συλλογή Η έλαφος των άστρων (1962):

Τραγουδώ τους πεσμένους προπάτορες
είμαι των άστρων ο σκύλος
με τα μάτια κοιτάζω ψηλά
με τα χέρια γιορτάζω τη λάσπη.

Η ανάκληση των στίχων, όχι άμοιρη πια και της μουσικής συνοδείας τους από τον Θανάση Παπακωνσταντίνου[3], αφήνει πλέον μια διαφορετική αίσθηση που μάλλον εκκινεί ή ακινητοποιείται από τον τελευταίο στίχο. Με τη μετεφηβική ηλικία να σαγηνεύει προφανώς των άστρων ο σκύλος, ο καταληκτικός στίχος, μόνο μετά από αρκετά χρόνια, φωτίζεται στη διαλεκτική του ένταση με τον προηγούμενο… Η ταπεινή λάσπη, μια εορτή του φθαρτού, της ύλης απ’ όπου εκκινώ να διαβάζω, ανάποδα πλέον, το ποίημα…

Η παρούσα εργασία αντλεί από αφιερώματα λογοτεχνικών περιοδικών καθώς και από επιλογή ψηφιακών άρθρων που ασχολούνται με τη ζωή και το έργο του ποιητή. Η έμφαση στην ύστερη ποιητική παραγωγή του Καρούζου για την ανάδειξη της πολιτικής χροιάς της δεν αποκλείει σε καμία περίπτωση την ενασχόληση με την προγενέστερη δημιουργική του περίοδο. Δεδομένου μάλιστα πως μεγάλο μέρος των πηγών επιχειρούν μια συνολικότερη αποτίμηση της δημιουργίας του ποιητή, θέτω σε παρένθεση τον προσδιορισμό «ύστερο» και δεν περιορίζομαι σε μερική ανάγνωση του έργου του. Τέλος, απολογούμαι προκαταβολικά για τα σημεία όπου η προσωπική συμπάθεια έναντι της δημιουργίας και της προσωπικότητας του ποιητή προσδίδουν τόνο εξομολογητικό ή μεροληπτικό στο κείμενο. 

Ο Νίκος Καρούζος ανήκει στις μείζονες φωνές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ο Roderick Beaton σημειώνει την δυσκολία ένταξης του Καρούζου σε κάποια «κατηγορία ή ομάδα» παρατηρώντας μεταξύ άλλων ότι «[σ]την τελευταία δεκαετία της ζωής του αποκήρυξε τον Μαρξισμό», η «σχέση του με τον Υπερρεαλισμό είναι […] θολή», αναπαράγοντας επίσης δύο από τους πιο διαδεδομένους χαρακτηρισμούς που του αποδίδονται, δηλαδή του φιλοσοφικού και του θρησκευτικού ποιητή (Beaton, 1996: 261-262). Ο τελευταίος χαρακτηρισμός φαίνεται να οδήγησε τον Mario Vitti στην υπαγωγή του Καρούζου (μαζί με τον Παπαδίτσα) στην ενότητα «Η έλξη του θεϊκού στοιχείου», σίγουρα, όμως, όχι δίχως κάποιες ενστάσεις: «ο Καρούζος δεν είναι ποιητής θρησκευτικός όπως μερικοί νόμισαν· είναι ποιητής που ζώντας τα καθημερινά προβλήματα της ζωής δεν μπορεί να τα αντιμετωπίσει έξω από τη θρησκευτική κληρονομιά που αποτελεί την ουσία της αίσθησής του» (Vitti, 2003, σ. 498-499).

Ο Καρούζος κυκλοφορεί τα πρώτα του ποιήματα τη στιγμή που κυρίαρχες στα ελληνικά γράμματα είναι η πολιτική και η υπαρξιακή τάση, και μολονότι ο ποιητής κατατάσσεται συνηθέστερα στην δεύτερη, δεν παύει να αποτελεί έναν «υπαρξιακό» που «αντιδιαστέλλεται απ’ τη συντεχνιακή παράδοση του είδους, γιατί είναι γειωμένος μες στο περιβάλλον και ανοικτός προς την κοινωνική περιοχή»[4] (Δάλλας, 2000: 211). O Δάλλας επιμερίζει το έργο του Καρούζου σε τέσσερις φάσεις: τη λυρική, τη δραματική, τη ρητορική και την απολογητική, διευκρινίζοντας ωστόσο πως αυτές συχνά αλληλεπικαλύπτονται, ειδικά η δραματική και η ρητορική που πλαισιώνουν το χρονικό διάστημα που θα εστιάσουμε (2000: 212).

Η περίοδος του καρουζικού έργου που μας ενδιαφέρει εδώ εκκινεί από την ποιητική συλλογή του 1979 Δυνατότητες και χρήση της ομιλίας. Από το πρώτο ποίημά της (Η έναστρη φωτεινότητα) ο Καρούζος σέρνοντας/ τη μεγάλη ανάπηρη σιωπή στο καροτσάκι της ομιλίας,διαγιγνώσκει ό,τι μας καθιστά «καθημαγμένους ερασιτέχνες του πραγματικού», το «μέγα τρόμο» που «αδράχνει τα μελλούμενα» κι αποφαίνεται: Η ζωή που μικραίνει: η μεγάλη αλήθεια (2018, σ. 9). Συναντούμε στην ίδια συλλογή και μία, καθ’ ομολογία του ποιητή[5], από τις αγαπημένες συνθέσεις του, τη Διερώτηση για να μην κάθομαι άεργος, απ’ όπου και οι γνωστοί στίχοι: Ποτέ στ’ αλήθεια δεν το ‘μαθα /τί είναι τα ποιήματα. […] Πολλοί τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα. /Εγώ τα λέω ενθύμια φρίκης (2018, σ. 24).

Η πρόσφατη κινηματογραφική ταινία του Γιάννη Καρπούζη για τη ζωή και του έργου του ποιητή που έκανε πρεμιέρα στο φετινό Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης ολοκληρώνεται με κάποιους από τους στίχους που μόλις παρατέθηκαν. «Ένας επίμονος ερευνητής εξετάζει την ταραχώδη ζωή και το ανεξερεύνητο έργο του μοντερνιστή ποιητή Νίκου Καρούζου. Καταδύεται έτσι σε ένα πλήθος αρχείων, ταινιών γυρισμένων σε φιλμ σούπερ 8 και ιστορικών γεγονότων, περνάει από τη συννεφιασμένη Αθήνα, το Ναύπλιο, την Κρονστάνδη και τη Στοκχόλμη, για να καταλήξει στο «έαρ», στην «άνοιξη» της ιστορίας που δεν έχει έρθει ακόμη»[6]. Με αφηγήσεις για τη ζωή κι ερμηνείες για το έργο του Καρούζου, συμμετέχουν νεότεροι ποιητές όπως ο Θοδωρής Ρακόπουλος και κυρίως παλαιότεροι όπως ο Αντώνης Φωστιέρης, ο Μανώλης Πρατικάκης και η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, οι γυναίκες που τον συντρόφευσαν Μαίρη Μεϊμαράκη και Εύα Μπέη κ.ά.

Το «ντοκιμαντέρ-δοκίμιο» που απέσπασε το βραβείο για πρωτοεμφανιζόμενο σκηνοθέτη της Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου διατρέχει σημαντικές στιγμές του βίου και της δημιουργίας του Καρούζου ενσωματώνοντας το ιστορικό τους συγκείμενο κι επιτυγχάνει κατ’ αυτό τον τρόπο τον επιτονισμό της επικαιρότητάς του. Όπως γράφει σχετικά ο σκηνοθέτης: «Το ποιητικό έργο του Καρούζου καθίσταται επίκαιρο στο σήμερα, αφού συνομιλεί […] με την φιλοσοφική σκέψη δομιστών και μεταδομιστών πάνω στη γλώσσα, τις αλυσίδες της, την αυθαιρεσία του σημείου, τη διακειμενική αναπαράσταση που κρύβουν τα σημαίνοντα», ενώ «το ντοκιμαντέρ επιδιώκει να γεφυρώσει το έργο του ποιητή με την Αθήνα, την πόλη − και τότε και τώρα − σε κρίση, όπου ο ποιητής έζησε τα περισσότερα χρόνια του» (Καρπούζης 2019).

Η επικαιρότητα του Νίκου Καρούζου που αποδεικνύεται και από τη στροφή πολλών νέων ποιητών προς το έργο του (Μιχαήλ, 2006: 281), και θα γίνεται -ελπίζω- προφανής στην πορεία της εργασίας μου, οφείλει πολλά στη συνέπεια λόγου και πράξης του καλλιτέχνη και καταμαρτυρείται από πλήθος σχολιαστών τους: «Η ουτοπία του [Νίκου Καρούζου], οι κοινωνικοί του οραματισμοί, περνάνε μέσα από την ποίηση, μέσα από τη δημιουργικότητα» (Λαλουδάκη 2010: 18). Η διαβεβαίωση της Ελισάβετ Λαλουδάκη, επιμελήτριας του τόμου των πεζών κειμένων του ποιητή, εκτείνεται σε όλη την καλλιτεχνική διαδρομή του: «[…] ακόμα και στα τελευταία ποιήματά του , όταν ο λεξιλάγνος Καρούζος αισθάνεται προδομένος από τη δύναμη των λέξεων και καταστρέφει τη γλώσσα, καταφέρνει και διατηρεί την παιδικότητα εκείνη που τον κάνει ν’ αντικρίζει τον κόσμο […] μ’ ένα βλέμμα ανακαινιστικής έκπληξης και προμελετημένης ανατρεπτικότητας απέναντι στην τάξη των πραγμάτων και την μοίρα των ανθρώπων» (ό.π.)[7].

Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν με ένα από τα πεζά κείμενα του ποιητή (2010, 207-210), όπου πέρα από το ύφος της λογοτεχνίας του παράλογου[8], συναντούμε παραδοχές πολιτικές τις οποίες δεν έπαψε να διατρανώνει:

[…] Θα ‘ναι δέκα και -η ώρα-, κι απ’ έξω, φαντάζομαι, θα μαίνεται κιόλας η εκμετάλλευση. Για σκέψου -λέω- υπάρχω και σήμερα, με το τίποτα, με το φακόσπυρο. Πώς τα κατάφερα να πιάσω κι άλλο ένα εικοσιτετράωρο… Σ’ αυτό τον κωλότοπο. Με τα γαλάζια κατάγματα του αχρείου Παρθενώνα. Με δούρειες πρασινάδες τύπου Πασόκ. Αυτό το λέω, βέβαια, γιατί είμαι αναρχοκομμουνιστής. Αλλά μιας προσωπικής μου θεωρίας. Ή σωστότερα διασχίζοντας την έκφραση: μη-θεωρίας. Εμ, τι ρε μάγκα, παίζουμε; (Χειροτερεύω. Παραλιγάκι να γράψω: Χειροκροτήματα) […][9]

Στην κρεμάστρα της δημοσιογραφίας/ ο εικοστός αιώνας.[10]

Η ψηφιακή αρθρογραφία σχετικά με τον Καρούζο που συλλέχθηκε αποτελείται από παρουσιάσεις του έργου ή/και της ζωής του ποιητή. Η επιλογή έγινε με κριτήριο την χρονολογία δημοσίευσης (μικρότερη μίας δεκαετίας), τη δημοφιλία των μέσων στα οποία φιλοξενούνταν καθώς και τη συνάφεια των τελευταίων με το χώρο της λογοτεχνίας. Η πλειοψηφία των άρθρων ανήκει κυρίως σε ιστοσελίδες του ευρύτερου αριστερού χώρου. Κατά τη διαλογή των κειμένων μπορούμε να παρατηρήσουμε επαναλαμβανόμενα σχήματα-μοτίβα: χρήση γνωστών στίχων ή τίτλων ποιημάτων, συχνά κι ως τίτλων άρθρων, αναφορές σε κοινά βιογραφικά ή/και εργογραφικά στοιχεία και λοιπές πληροφορίες που επανέρχονται.

Ο Αλέξανδρος Στεργιόπουλος σε άρθρο του στην ιστοσελίδα Το Περιοδικό υπογραμμίζει εισαγωγικά: «Ο Νίκος Καρούζος ήταν στρατευμένος ποιητής. Στρατευμένος στην ποίηση. Όπως υποστήριζε δεν χρειάζεται άλλη» (2015, Οκτώβριος 17). «Κομμάτι των άστρων που έπεσε στη γη» κατά τον αρθρογράφο, κι επομένως «αστρικός ποιητής», έναντι της μεγαλοπρέπειας του Ελύτη υπήρξε «μεγαλοπρεπής μέσα στην ταπεινότητά του», «την πρόκληση και την αποδοχή της φθοράς». Το σύντομο εγκώμιο του Στεργιόπουλου συνοδεύουν βιογραφικές κι εργογραφικές πληροφορίες για τον Καρούζο, παραπομπές σε συναφές οπτικοακουστικό υλικό καθώς και η παράθεση ενός από τα τελευταία του ποιήματα («Αιώρηση»).

Το άρθρο της Ειρήνης Γιαννάκη στη «Lifo»,  ορμώμενο από την έκδοση του τόμου Οιδίπους τυραννούμενος και άλλα ποιήματα» με αδημοσίευτο υλικό του Καρούζου, προσφέρει μια σύνοψη τάσεων κι επιδράσεων του ποιητή: «Αν επιχειρήσει κανείς μία εγκάρσια τομή στο έργο του, παθαίνει ίλιγγο από την αντίστιξη, τα δυσθεώρητα ύψη και τα απροσμέτρητα βάθη, χαζεύει την εξέλιξη από τη θρησκευτικότητα μέχρι την απόλυτη εκμηδένιση της γλώσσας: ο παρεξηγημένα «θρησκευτικός» ποιητής με τα ιδιότυπα βυζαντινά χρώματα που αγγίζουν έναν παγανιστικό ερωτισμό. Ο επαναστάτης αναρχικός κυνικός «σκύλος» –anar-chien– που καταργεί δόγματα και «θολά μαντεία». Ο δημιουργός της ποιητικής σύνθεσης της «Κροστάνδης» που κλείνει τους λογαριασμούς του με τις ιδεολογίες και την αποτυχία τους και αποτίνει φόρο τιμής στους πραγματικούς επαναστάτες της Άνοιξης. Ο ιστορικός Καρούζος του Βαρβαρόσσα, του Ιησού, του Οιδίποδα, του Λένιν, του Μαρξ, του Γκάντι. Ο ερωτικός Καρούζος που, ωστόσο, παραδέχεται πως «τι να σου κάνει αυτός…» –ο έρωτας – βάζει απλά «λίγα παγάκια στη μελαγχολία μου» και δεν αρκεί για να κατευνάσει την υπαρξιακή αγωνία του» (2018, Σεπτέμβριος 28)).

Στο ίδιο άρθρο η Γιαννάκη χαρακτηρίζει την ποίηση του Καρούζου ως «εξαρθρωμένη» και «θραυσματική» αλλά κυρίως, ακολουθώντας τον ίδιο τον ποιητή, ως «Ποίηση φυσική και όχι μεταφυσική». «Δεν είναι τοποθετημένος στο επέκεινα ο Καρούζος, αλλά επιθυμεί να διεισδύσει στην ύλη», γράφει παραθέτοντας και το σχετικό ολιγόλεκτο του ποιητή: τίποτα πιο υπερφυσικό απ’ το ίδιο το φυσικό (2018: 166). Ας σημειωθεί εδώ, πως στην εν λόγω συλλογή του 1980 (Μονολεκτισμοί και ολιγόλεκτα), μολονότι αποτελεί παράδειγμα εξαρθρωμένου και θραυσματικού λόγου, συναντάμε μερικές από τις πιο ευφάνταστες, αλλά και πολιτικά έμφορτες απόπειρες του Καρούζου. Μερικά παραδείγματα:  πάτερ ημών ο εν τοις/ ουρανοίς (κανείς) (σ. 132), τον αγέρα τώρα πώς θα τον/ κάνουμε βιομηχανία; (σ. 142), δάκρυα ή φυσίγγια;/ η απόκριση: δουλειά/ του καθενός μα οπωσδήποτε/ με κατάμαυρη σημαία/ στα χέρια (σ. 180), άντε μωρέ παλιόκοσμε/ που θα κάτσω/ να προγραμματίσω (σ. 181). Κι οπωσδήποτε, οι δύο καταληκτικές της συλλογής: μετά πάντων των αγίων και/ ο Κάρολος Μαρξ/ αν και έχασε στο καζίνο/ δεν πειράζει∙/ήξερε ο μαύρος την ευτυχία τού παίχτη/ και τα ‘δωσε όλα/ ασαβάνωτος από κόκκινο (σ. 190) και η κυκλοφορία των εφημερίδων αντίκεται/ στην κυκλοφορία του αίματος∙/ αυτός είν’ ο λόγος που αποφάσισα σήμερα/ να ‘μια μονάχα υπήκοος του αέρα (σ. 191).

Ο Παναγιώτης Αρβανίτης, όμοια με το Δάλλα, επισημαίνει τη διαφοροποίηση του Καρούζου από το «υπαρξιακό στρατόπεδο» σχολιάζοντας το γνωστό καταληκτικό τρίστιχο του ποιήματος Ο Γιάννης μέσα στο έαρ: Ξένος είμαι στο σπίτι μου/ ξένος στους δρόμους/ με λένε Γιάννη δεν έχω τίποτα δικό μου (Καρούζος 2013: 25). Αντιγράφω από το άρθρο του στον ιστότοπο «Εκτός Γραμμής» (η υπογράμμιση δική μου): «Σε αυτό το πολιτικά υπαρξιακό τρίστιχο μπορούμε να πούμε ότι συμπυκνώνεται το καρούζειο ποιητικό ιδίωμα με τον πιο εύγλωττο τρόπο. Αυτός ο καφκικός Γιάννης χωρίς όνομα, ο νεοέλληνας Κ., ο ανώνυμος Έλληνας της αποξενωμένης μετεμφυλιακής μεγαλούπολης είναι που συνδυάζει την πολιτική αποτυχία του επαναστατικού οράματος με το υπαρξιακό άγχος που κυοφορείται στον σύγχρονο μεταπολεμικό κόσμο. Και το αξιοσημείωτο είναι πως αυτός ο Γιάννης «που δεν έχει τίποτα δικό του» δεν ανήκει μόνο στο χτες, αλλά υπάρχει στο αύριο, στο σήμερα, στο τώρα […]» (2016, Ιούνιος 2).

Ο Καρούζος του Αντώνη Μποσκοΐτη «δε χαριζόταν σε κανένα συνάδερφο του, όσες περγαμηνές και αν είχε στις αποσκευές του. Τραβούσε τα ξημερώματα σκνίπα στο μεθύσι για το Κολωνάκι, προπηλακίζοντας κι αυτόν τον μέγα Ελύτη κάτω από το μπαλκόνι του» (2013, Ιούνιος 5). Ο ιδιαίτερος χαρακτήρας του ποιητή, συχνά ευέξαπτος κι οξύθυμος, αλλά και υπό την επήρεια του αλκοόλ ορισμένες φορές, έχει τροφοδοτήσει μια σχετική (παρα)φιλολογία γύρω από το όνομα του.

Ο Καρούζος αποτελεί κατά πάσα πιθανότητα τον πρώτο ποιητή που διανοήθηκε να γράψει σε greeklish, και δη, προτού αυτά υπάρξουν! Αναφέρομαι σε ένα τρίστιχο το οποίο δε γίνεται σαφές αν πρόκειται για αυτόνομη δημιουργία ή πρόκειται για κατακλείδα του ποιήματος της προηγούμενης σελίδας, γραμμένο με ελληνικούς και λατινικούς χαρακτήρες: περ’ από κάθε γλώσσα to dasos me klamena/ megala klonaria fteruyize sto adinato i/ sto fegarofoto (2018: 249). Περιέχεται στο Φαρέτριον (1981) και γίνεται η αφορμή για ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο ενός νέου ποιητή, του Σαμσών Ρακά, το οποίο επικαιροποιεί σε σημαντικό βαθμό τον Καρούζο.

Ο Ρακάς καταπιάνεται με το σύνολο της ποιητικής συλλογής του Καρούζου και θέτοντάς τη σε συνομιλία με το σήμερα υπογραμμίζει ορισμένες από τις πολιτικές της σημάνσεις. Γράφει για τον Καρούζο του Φαρέτριον: «Γίνεται λοιπόν βέβηλος. Τα βάζει με το φιλολογικό́ πλέγμα της ελίτ. Θέλει να διαβρώσει την ορθότητα του ομιλούντα κανόνα. Να σπάσει το στερεότυπο του πνευματικού́ ταγού́. Ώσπου αρχίζει να γράφει στα greeklish για να εξυψώσει το δίκιο της απέχθειάς του ως προς το μυθολογικό́ φαντασιακό́ των ελληνικών αξίων». Ο Ρακάς που θεωρεί τους προαναφερθέντες στίχους ως συνέχεια του προηγούμενου ποιήματος[11], σημειώνει γι’ αυτό: «Το ονομάζει «Ηχομόνωση». Γιατί́; Ίσως επειδή́ θέλει να σφραγίσει την αποκοπή́ από́ τη γενιά́ του ‘30 και τις παλινδρομίες της στις κλειστοφοβικές και περιούσιες ελληνικότητες. […] Θέλει να υπερασπιστεί́ διαισθητικά́ τους ποιητές που θα έρθουν στα κατασταλτικά́ χρόνια του μιλένιουμ και θα ανήκουν «στη γενιά́ της Ηχομόνωσης». Μια γενιά που ανδρώθηκε μέσα στα τσατ ρουμ και στα big brother κι ύστερα στα μπλογκς και έπειτα στα χάσταγκ».

Ο Δημήτρης Γκιώνης ανακαλεί τις τελευταίες, δύσκολες ημέρες του ποιητή. Κατά τη διάρκεια επίσκεψης στο νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν ο Καρούζος, ενημερώνεται από τον Μανόλη Πρατικάκη, πως η νοσηλεία του γινόταν με χαρτί απορίας (2010, Σεπτέμβριος 11). Η δημοσιοποίηση του περιστατικού που θα προκαλέσει αντιδράσεις αποτελεί απόδειξη της συνέπειας μεταξύ της ζωής και του έργου του ποιητή. Στο άρθρο με τον ενδεικτικό τίτλο «Ο δικός του κομμουνισμός» ο Γκιώνης παραπέμπει  στα πολύ χαρακτηριστικά σχόλια του Καρούζου για την πτώση της ΕΣΣΔ. Καθώς είναι χαρακτηριστικά και για τις πεποιθήσεις του ποιητή τα αντιγράφω αυτούσια: «Δεν είναι κατάρρευση του κομουνισμού, είναι κατάρρευση του σταλινικού καθεστώτος. Δεν υπήρξε κομουνισμός. Υπήρξε μια στυγνή γραφειοκρατία, όπου ο εργαζόμενος είχε απλώς δυνατότητες επιβίωσης. Τη μερίδα του λέοντος ενέμετο η γραφειοκρατία. Εγώ αυτά τα είχα προβλέψει σε ανύποπτο χρόνο και δεν εντυπωσιάστηκα και δεν έχω να κλάψω τίποτε από την κατάρρευση. Θα πρέπει όμως να ομολογηθεί ότι ο επαναστατικός μαρξισμός, όπως τον διαμόρφωσε ο Λένιν και η Οχτωβριανή Επανάσταση, έπαιξε τεράστιο ρόλο στον εικοστό αιώνα υπέρ των εργαζομένων. Μόνο που, σε αντίθεση με τον κομουνισμό, ο καπιταλισμός έδειξε πως, όταν χρειάζεται, ξέρει να συσπειρώνεται και να ξεπερνά τις κρίσεις τις καταστροφικές, όπως το κραχ του 1929. Ο Μαρξ δεν είχε καταλάβει ότι ο καπιταλισμός έχει ένστιχτο αυτοσυντήρησης -και να που σήμερα είναι σε θέση, ό,τι ώρα θέλει, να παίρνει πίσω παραχωρήσεις από τους εργαζόμενους, να τις παγώνει».

Για τις έσχατες κρίσεις του κεφαλαίου ως ευκαιρίες καταπάτησης εργασιακών κεκτημένων συνηγορεί η ελληνική πραγματικότητα μετά το 2008 και η φωνή του ποιητή ξαναβρίσκει βήμα στο παρόν.

Στήθος μου δε σε γιόμισα κέρματα[12]

Η ματιά του Καρούζου δεν έχανε την κοινωνική της βλέψη από τις απαρχές του έργου του. Το καταμαρτυρεί η επείγουσα κι οδυνηρή επικαιρότητα στίχων όπως οι ακόλουθοι από τα Πέντε ποιήματα μεσ’ στο σκοτάδι (Εικόνα) γραμμένοι το 1951 (2013, σ. 30)[13] [14]:

Μην του μιλάτε είναι άνεργος

τα χέρια στις τσέπες του

σαν δυο χειροβομβίδες.

Ό,τι, αχνά μόνο, εμφανίζεται στην ψηφιακή αρθρογραφία, θεωρώ πως θα γίνει ευκρινέστερο μέσω των παρουσιάσεων των αφιερωμάτων στον ποιητή που ακολουθούν[15]. Πιο αναλυτικά, πιο στοχευμένα κι ορισμένες φορές, πιο προσωπικά τα κείμενα που τις απαρτίζουν συμβάλλουν στην περαιτέρω εμβάθυνση στην προσωπικότητα και στη δημιουργία του Καρούζου.

Ο Τίτος Πατρίκιος μνημονεύει μια σκηνή που εκτυλίχθηκε κατά τη διάρκεια της εξορίας του: «Όταν τον Οκτώβριο του 1951 πρωτοπάτησα το πόδι μου στη Μακρόνησο, στο Γ’ Τάγμα, μια ομάδα από αλαλάζοντες αλφαμίτες μ’ έβαλε στη μέση. Για μια στιγμή, καθώς με ρωτούσαν με ουρλιαχτά, είπα πως ήμουν φοιτητής της Νομικής. Και τότε ένας τους έσκουξε: «Εδώ θα σε τρελάνουμε όπως τρελάναμε τον Νίκο τον Καρούζο» […]» (1989: 862). Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ο Καρούζος εντάχθηκε στην ΕΠΟΝ ως διαφωτιστής, γεγονός που στάθηκε αφορμή για την απόπειρα δολοφονίας εναντίον του, το 1946, στη γενέτειρά του. Τα αμέσως επόμενα χρόνια ο ποιητής θα βρεθεί εξόριστος δύο φορές, αρχικά το 1947 για πέντε μήνες στην Ικαρία και το 1953 στην Μακρόνησο όπου δύο χρόνια νωρίτερα είχε υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία.

«Ανατρέχοντας στα βιογραφικά της νεότητας του Νίκου Καρούζου, συνειδητοποιούμε ότι είχε όλες τις προϋποθέσεις να φανεί στα επόμενα χρόνια ένας πολιτικά προσανατολισμένος ποιητής», σημειώνει ο Πατίλης (2017: 43), παραθέτοντας και τον πολιτικό προσανατολισμό του πατέρα του ποιητή, ΕΑΜίτη δάσκαλου. Πράγματι, το έργο του Καρούζου δεν προσφέρεται για μια ιδεολογικά στενή πρόσληψη. Πέρα από ορισμένες στιγμές όπου η στιχουργία του δε φείδεται «καθαρότητας» και η στόχευσή της είναι σαφώς κοινωνικοπολιτική, με κορυφαία μάλλον μεταξύ τους αυτή της συλλογής Νεολιθική Νυχτωδία στην Κρονστάνδη (1987), οι πολιτικοί επικαθορισμοί λοιπών ποιημάτων του Καρούζου θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως υποδόρια. Ο ίδιος ο Καρούζος θα πει άλλωστε σχετικά: «Κουβαλάω λοιπόν όλες τις εμπειρίες της ήττας του λαϊκού κινήματος […] Αυτό το αίσθημα της ήττας όμως δεν το μετέφερα στο έργο μου […] Βυθίστηκα […] πιο πολύ στις υπαρξιακές μου αγωνίες, χωρίς ούτε στιγμή να ξεχάσω την αναγκαιότητα της αλλαγής της κοινωνίας» (όπως παρατίθεται στο Πατίλης, 2017: 43-44).

Στο αφιέρωμα του περιοδικού Μανδραγόρας στον Καρούζο[16] ξεχωρίζει ήδη το εισαγωγικό σημείωμα όπου η επιλογή να τιμηθεί ο ποιητής αποδίδεται στη «ρωμαλέα ποίησή του, απάντηση σε ασχημονούντες κυβερνώντες, απόδειξη της πρόταξης της τέχνης στη ζωή»[17]. Εκκινώντας με το χρονολόγιο της Μαρίας Αρμυρά, το αφιέρωμα δε φείδεται πολιτικών αναφορών. Αντιγράφω δύο ενδεικτικά αποσπάσματα συνεντεύξεων του Καρούζου που παραθέτει η Αρμύρα (2007β: 58). Αναφορικά με το υπαρξιακό και πολιτικό ρεύμα της ελληνικής ποίησης θα πει: «[…] μετά την ήττα του λαϊκού κινήματος εγώ είπα «γιατί υπάρχουμε» και άλλοι είπαν «γιατί αποτύχαμε», ενώ σχετικά με την «ιδεολογική του ταυτότητα» δήλωνε: «εγώ είμαι ένας άνθρωπος του οράματος της αταξικής κοινωνίας. (…) και ουτοπία να είναι, εγώ θα έχω αυτό το όραμα. Γιατί δεν έχει άλλη αξία η ύπαρξη. Η αδελφοσύνη αυτό είναι. Με την έννοια ενός κοινωνικού συστήματος που αποκλείει την εκμετάλλευση. Ανέκαθεν είχα αυτό το όραμα»

Ο Χρήστος Γιαννακός στην αρχή του κειμένου του, «Χόρχε Λούις Μπόρχες και Νίκος Καρούζος (Μια παράλληλη ανάγνωση των κηλίδων του θηρίου)», παραθέτει έναν από τους Στοχασμούς του Πασκάλ: «72 …[Η φύση] Είναι μια άπειρη σφαίρα της οποίας το κέντρο είναι παντού και η περιφέρεια πουθενά…». Συγκυριακά, αυτή η περιγραφή της φύσης, χρησιμοποιείται από τον Τάκη Σινόπουλο στην κριτική του της συλλογής Υπνόσακος, για να αποδώσει την -όχι εκπληρωμένη τη στιγμή που έγραφε- δυναμική του ποιητικού λόγου του Καρούζου (όπως παρατίθεται στο Πατίλης, 2017, σ. 29)[18]. Ο Πατίλης βέβαια, αντιπαρέρχεται την κριτική του Σινόπουλου τεκμηριώνοντας εύστοχα πως η δυναμική του Καρούζου ευοδώθηκε τελικά στο μεγαλύτερο μέρος του έργου του και μάλιστα, πως η περιγραφή του Σινόπουλου περί κέντρου και περιφέρειας αποτέλεσε το μεγάλο κατόρθωμά του (2017: 29).

Η επιλογή κριτικών σημειωμάτων για τον Καρούζο που επιμελείται η Αρμύρα στις τελευταίες σελίδες του αφιερώματος μάς παρέχει πρόσβαση σε αρχειακό υλικό που σχετίζεται άμεσα με το αντικείμενο της παρούσας εργασίας. Στην ενότητα για τη «Φιλοσοφική και την πολιτικοκοινωνική του θεώρηση» βρίσκουμε αποσπάσματα από κείμενα των Αντρέα Μπελεζίνη, Στέφανου Ροζάνη, Έκτορα Κακναβάτου κ.α. Ο Στέφανος Ροζάνης γράφει: «Για τον Καρούζο η υπεράσπιση της ποιήσεως ήταν, είναι και θα παραμείνει ταυτόσημη με την υπεράσπιση της ζωής, με την υπεράσπιση του ζώντος έναντι της νεκρότητας που είναι μια ζωή «σαβανωμένη» μια ζωή που δεν κενώνεται μέσα στην ποίηση και αντιστοίχως μια ποίηση που δεν κενώνεται μέσα στη ζωή. Η ταυτότητα ζωής και ποίησης είναι για τον Καρούζο η βίωση par excellence, κατά τρόπον ώστε ζωή και ποίηση να κερδίζουν την «ουρανιότητά» τους, υπερασπιζόμενες τον εαυτό τους από τον εαυτό τους, και κατά συνέπεια διεμβολίζοντας τη ζωή δια της ζωής και την ποίηση δια της ποιήσεως. (…) Το ποίημα αποτελεί πρωτίστως δύναμη μεταστοιχείωσης της ζωής ήτοι έκλυση αλήθειας και συγχρόνως έκλυση πάθους βιώσεως» (όπως παρατίθεται στο Αρμύρα, 2007: 112)».

Το πρώτο κείμενο του αφιερώματος του περιοδικού Το Δέντρο με τίτλο «Ποιητής του απόλυτου παρόντος, τεχνοκράτης του θανάτου» ανήκει στην Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ. Η ποιήτρια που στο μεγαλύτερο μέρος του καταπιάνεται με την «ποιητική ένταση του παρόντος» στο έργο του Καρούζου, γράφει μεταξύ άλλων καταληκτικά: «Ανένταχτος θα είναι πάντα ο Καρούζος, και από την άποψη των λογοτεχνικών ρευμάτων και από την άποψη μιας συγκεκριμένης στάσης ζωής. Δοκιμάζει τα πάντα και συγχρόνως αρνείται τη διαδικασία της δοκιμής. Φτάνει στην απόγνωση και τη μετατρέπει σε τόσο έντονη ζωή που γίνεται ποίηση» (2010: 12).

Η Αθηνά Παπαδάκη αναδεικνύει την ακτημοσύνη του Καρούζου ως στάση ζωής του: «[…] λιτός προς εαυτόν και πλούσιος για τους γύρω. Θυσίαζε πολλά για την τέχνη του, δεν του άρμοζε ο αστικός τρόπος ζωής, όλο αυτό το πλέγμα του ιδιωτικού θώρακα για την προστασία των ατομικών και μόνο αναγκών» [2010: 92]. Ας παρατηρηθεί πως ό,τι γράφει η Παπαδάκη είναι ενδεικτικό μόνο της απέχθειας του ποιητή έναντι της ατομικής ιδιοκτησίας η οποία επισημαίνεται από την πλειοψηφία των σχολιαστών που συνυπολογίζουν τη σημασία της πολιτικής συνιστώσας στο έργο του.

Ένα βιογραφικό στοιχείο που επανέρχεται συχνά στην έντυπη αλλά και στην ψηφιακή αρθρογραφία είναι η γενικότερη αγάπη του ποιητή για την τέχνη και το ενδιαφέρον του για μορφές της πέραν της λογοτεχνικής. Ωστόσο, δεν αντιμετωπίζει την τέχνη άκριτα: Η τέχνη είναι ένας ελιγμός ευτυχίας ώστε να υπάρχουμε/ κάπως αναπαυτικά δυστυχισμένοι, διαβάζουμε αντιστικτικά σε ένα από τα προηγουμένως αδημοσίευτα γραπτά του Καρούζου (2014: 197). Στην απομαγνητοφώνηση της συζήτησης του ποιητή με τον Γιάννη Ζουγανέλη, τουμπίστα, πεζογράφο και καλό του φίλο, έχουμε την ευκαιρία να τον ακούσουμε να εκθέτει παρεμφερείς σκέψεις: «Είχα πει παλιότερα, στο Ραδιόφωνο, ότι: «Η Τέχνη είναι μια διακόσμηση της Ιστορίας»… Μια απλή διακόσμηση, όπως, π.χ. ένας καπιταλίστας που φέρεται σαν κτήνος όλη τη μέρα, αλλά ταυτόχρονα έχει στο σπίτι του ωραίους πίνακες ζωγραφικής, ακούει αιθέρια μουσική, κάνει και δυο ελεημοσύνες, τέτοια πράγματα… από τη μια μεριά η κτηνώδης εκμεταλλευτική βούληση κι απ’ την άλλη το «εκλεπτυσμένο» γούστο…» (Ζουγανέλης, 2010: 43)

Στην ίδια κουβέντα, όταν ο Ζουγανέλης ρωτά τον Καρούζο για το τί μπορεί να κάνει ένας ποιητής πέρα από το να εκφράσει τις αγωνίες του, εκείνος απαντά: «Η ποίηση, κατ’ αρχήν, είναι μια ηθική των λέξεων […] που σημαίνει σεβασμό στις λέξεις, ένα σεβασμό ολωσδιόλου μεταφυσικό προς τα βιώματα. Ωστόσο, είναι και καθ’ αυτό ηθική υπόθεση… η Ποίηση και η Τέχνη, είναι καθ’ αυτό ηθική υπόθεση, γιατί τείνουν στην υπερύψωση. Εγώ ονομάζω «υπερύψωση» το να ανεβάσει το πεπρωμένο του πάνω απ’ την ζωοδεία που τον διέπει…» (Ζουγανέλης, 2010: 55).

Ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, στενός φίλος του ποιητή, συμμετέχει στο αφιέρωμα του Δέντρου με το άρθρο του «Ο Καρούζος ως Βούληση και ως Παράσταση». Ο συγγραφέας που σε άλλη περίπτωση έχει υπογραμμίσει το πολιτικό υπόβαθρο του Καρούζου[19], αφηγείται μια «παρεξήγηση» μεταξύ του ποιητή και του Ευγένιου Αρανίτση, κοινού φίλου αμφότερων. Μέσα από την τελευταία μας προσφέρει μια προσωπογραφία του ποιητή, αλλά και την πρόσληψή του από τον αρθρογράφο η οποία συνδέεται με το έντονο ενδιαφέρον για την Beat λογοτεχνία. Στο πρόσωπο του Καρούζου, ο Μπαμπασάκης έψαχνε εναγωνίως να δει τον Έλληνα Ginsberg, Kerouac ή Burroughs.

Οι συγκεντρώσεις καλλιτεχνών στο «Πατάρι» και κυρίως στην παράγκα του Σίμου του υπαρξιστή τον οποίο ο Λεωνίδας Χρηστάκης θεωρούσε ως τον «πρώτο Έλληνα Μπητ» (όπως παρατίθεται από την Αρσενίου, 2003: 282), περιλαμβάνουν και τον Καρούζο (ό.π.). Στη συλλογή του παραβατικών μορφών τέχνης άλλωστε, ο Χρηστάκης (2007, 23), εντάσσοντάς τον στη «μετατραυματική γενιά» δημιουργών και σημειώνοντας πως αρνήθηκε να γράψει στίχους που θα γίνονταν τραγούδια, μνημονεύει τη σύνθεσή του με τίτλο Ένα ξόρκι που λέγεται φωναχτά (Καρούζος, 2013: 281): Στο μίσος μετέχω μπαίνοντας οπουδήποτε -/ στα πλοία στ’ αεροπλάνα στα καταστήματα./ Στο μίσος μετέχω μπαίνοντας πριν απ’ όλα/ στα λεωφορεία./ Φεύγετε να φεύγουμε/ φεύγετε ν’ αχρηστέψουμε τις πόλεις.

Επέλεξα να αφήσω για το τέλος δύο συγγραφείς που ενισχύουν ιδιαίτερα τη θέση περί πολιτικού προσανατολισμού του Νίκου Καρούζου. Η Μαρία Αρμύρα στο κείμενο της «Η ιδεολογικά επικαθορισμένη ποίηση και η ποίηση του Νίκου Καρούζου» διατείνεται πως «[σ]το πλαίσιο της άρνησης αναπαραγωγής του κυρίαρχου ιδεολογικού προσανατολισμού, το ποιητικό υποκείμενο της ποιητικής δημιουργίας του Νίκου Καρούζου αρνείται την ποίηση ως Λεκτομηχανή»[20] (2010: 12). Για τη συγγραφέα ο ποιητής «[δ]εν διεκδικεί τη γλωσσική ποιητική μορφική τελειότητα αλλά την ποίηση – συγκίνηση, την ποίηση – ρίγος […]» (ο.π.) και αυτή η ποίηση «ταυτίζεται με το μητρικό αίμα της γέννησης – δημιουργίας» και «παράγει μουσική και φως». (ό.π., σ. 13).

Ο Καρούζος, σύμφωνα με την Αρμύρα, όχι μόνο «[α]ρνείται την κανονιστική ιστορική γλωσσική λογική» αλλά επιπλέον «καταδικάζει τον ποιητή – διανοούμενο» (ό.π.). Σε αυτό το πλαίσιο, η «ιστορική ποίηση είναι αντανάκλαση της ιστορικής κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας […], αλλά η κοινωνική ποίηση είναι αγώνας […] ιδεολογική υπέρβαση […] και ο ποιητής κοινωνικός αγωνιστής» (ο.π., σ. 14-15) κι ο ποιητής «προτείνει την ποιητική λαλιά, τον ζωντανό, μαχητικό ποιητικό λόγο που θα ανακόψει την ιστορική συνέχεια» και «θα αναδείξει το όνειρο της κοινωνικής αλλαγής», προτείνει «την ποίηση – φωτιά, την ποίηση που εκφράζει την κοινωνική εξέγερση διεκδικώντας το Απόλυτο» (ο.π., σ. 17).

Ο δεύτερος συγγραφέας που συνηγορεί την υπόθεση του πολιτικού Καρούζου είναι ο Σάββας Μιχαήλ ο οποίος, αν και γνώρισε τον Καρούζο μάλλον καθυστερημένα, «του μετέδιδε πάντα ένα αισιόδοξο επαναστατικό κλίμα» επιδρώντας «πάνω του τόσο ιαματικά και ευεργετικά» (Πρατικάκης, 2010: 98). Οι αναγνώσεις του Μιχαήλ, βαθιά θεμελιωμένες στην Ιστορία, προκρίνουν έναν απερίφραστα πολιτικό Καρούζο, στα όρια ίσως εκβίασης αυτής της πρόσληψης. Στο κείμενό του «Νοόφως / ή γνόφος. Η παρουσία του απόντος φωτός»[21] καταγίνεται με τη διαλεκτική ορατού/αόρατου που απαντά σε αρκετά σημεία του καρουζικού corpus για να αναδείξει την «παρουσία των απόντων». Οι απόντες δεν απουσιάζουν από την οραματικότητα[22] του Καρούζου καθώς η απεύθυνσή του κατά τον Μιχαήλ αφορούσε τους «ταπεινούς και καταφρονεμένους όπου γης» (Μιχαήλ, 2013)

Η πρόσληψη του καρουζικού έργου από τον Μιχαήλ θα μπορούσε να συνοψιστεί στην εξής πρώιμη διατύπωσή του: «η απόγνωση της ανθρώπινης ύπαρξης δεν χωρίζεται, για τον Καρούζο, από την οδύνη της Ιστορίας. Το έχουμε πει και αλλού: όπως σε κάποιον πονάει το κεφάλι του ή το δόντι του στον Καρούζο πονάει η ιστορία. Ψηλαφά την ύπαρξη ιστορικά και την Ιστορία υπαρξιακά» (2006, Απρίλιος 12)[23].

Στο κείμενο του «Ουρανός επί λέξει»[24], ο Μιχαήλ επιδίδεται, μεταξύ άλλων, σε μια μαρξική ερμηνεία ενός στίχου του Καρούζου από το ποίημα Απ’ τις αγγελικές μου σημειώσεις (2013, σ. 268-269): Έγραψα ποίηση – μ’ άλλα λόγια/ συνεργάστηκα με το μηδέν. «Μόνο μία απέκδυση από τις φενακισμένες εικόνες στις οποίες εγκλωβίζεται σαν Εγώ το υποκείμενο μπορεί να επιτρέψει μια σκληρή πορεία πάλης για την άρση της αλλοτρίωσής του. Τούτο απαιτεί μία «συνεργασία με το Μηδέν» μία απόσυρση του ίδιου του Εγώ από τις ψεύτικες εικόνες του […]», σχολιάζει ο Μιχαήλ (2013: 173). Στο ίδιο κείμενο καταπιάνεται με τους εισαγωγικούς στίχους της Νεολιθικής νυχτωδίας στην Κρονστάνδη[25] που περιγράφει ως «διπλή αναπηρία της λαλιάς και του κόσμου», για να ακολουθήσει η αναφορά του στον Καρούζο ως έναν από τους «Ποιητές των Τελευταίων Ημερών» (ό.π., σ. 174).

Ο Καρούζος που αφιέρωσε στον Μιχαήλ ένα από τα τελευταία του πονήματα[26], γραμμένο στο νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν, συνυπολόγιζε τις ταλαντώσεις του ιστορικού χρόνου τόσο στο βίο του όσο και στην τέχνη του, σημεία που όπως άλλωστε δείξαμε συχνά είναι αξεδιάλυτα. Ας δούμε ένα μέρος του πεζού Σωρείτης (2018: 333-334) από τη συλλογή Αντισεισμικός τάφος όπου το πολιτικό «εκφέρεται» σχεδόν απερίφραστα πριν ασχοληθούμε με τις πιο έμμεσες εκφάνσεις του στην επόμενη ενότητα:

[…] Ο Δίας είχε την εξουσία να διπλασιάζει τη νύχτα για να πολλαπλασιάζει τον έρωτα. Προσωπική χρήση της θεϊκιάς παντοδυναμίας. «Προσέχετε τη χλόη, συμπεριφέρεται σοσιαλιστικά», το μήνυμα είναι από άλλη μυθολογία. Σύντροφε, θα κατεδαφίσουμε ποτέ την κοινωνική δυστυχία; Χρωστούμε την πάλη, βεβαίως. Αύριο περιμένω να συναχτούμε χαρούμενοι, για να γλιτώσουμε τη διαλεχτική της επαναστατικής αιθρίας απ’ τις ανούσιες θεωρητικές συζητήσεις. Κάθε καλό στην οργή του λαού κι ας αναπνέουμε οράματα∙ είμαστε γι’ αυτό ακριβώς οι καλύτεροι της Ιστορίας.

Εργάσου τώρα στου εαυτού την εκμηδένιση

κραυγάζοντας «κάτω οι μιαροί παρασημάδες»

Εμείς μπορούμε να δώσουμε τη ζωή μας μέσα σ’ ένα

συλλαλητήριο

εσείς τι μπορείτε;

Σε συνέντευξη του στον Ανδρέα Μπελεζίνη το 1981, ο Καρούζος δήλωνε εμφατικά: «Σωστά βλέπετε πως είχα πάντα την κοινωνική διάσταση. Πως θα μπορούσε να γινότανε κι αλλιώς. Είμαστε κοινωνία, είμαστε ιστορία. Συνυπάρχουμε, συνοδυνώμενοι. […] Πολλοί νόμισαν τω καιρώ εκείνω πως όδευα για «παπαγάλος σοσιαλιστικού μέλλοντος»… Εντούτοις, εγώ προχωρούσα στην απόλυτα δική μου περιπέτεια κι ούτε μου πέρασε ποτέ απ’ το μυαλό να υπηρετήσω πολιτικά σκοτάδια μελλοντικής «ευτυχίας» της ανθρωπότητας. Αξιοσέβαστοι οι κοινωνικά στρατευμένοι, καθένας επιλέγει και επωμίζεται στην πνευματική του ευθύνη» (Καρούζος, 1981: 70).

Συνεχίζοντας εντός της ίδιας θεματικής παρακάτω: «Το πρόβλημα όμως που εμένα με απασχολεί συχνότατα είναι τούτο: μήπως -εκεί που έχει φτάσει το δράμα της ιστορίας- θα ‘πρεπε να παρατήσουμε τις όποιες γραφές μας και να ριχτούμε στη δράση για να γίνει καλύτερος ο κόσμος; Προσωπικά συλλογιέμαι πως τα εκατομμύρια και εκατομμύρια των δυστυχισμένων της Γης δεν έχουν ανάγκη ούτε απ’ τα προϊόντα της κοινωνικής ποίησης. Θέλουν εκείνο που απ’ τη φύση τούς ανήκει: τη δυνατότητα μιας ζωής που να είναι ανθρώπινη. Να ριχτούμε στη δράση, αλλά ποια; Η απόκρισή μου είναι τούτη: σε οποιαδήποτε ανθρωπιστική δράση» (ό.π.).

Συνυπάρχουμε, συνοδυνώμενοι, λέει ο Καρούζος! Από τους στίχους του ποιητή που συχνότερα απαντώνται θα ήθελα να επιμείνω σε δύο περιπτώσεις, ενδεικτικές του δίπολου που χαρακτηρίζει τη γραφή του. Οι  πρώτοι, και μάλλον γνωστότεροι, προέρχονται από τη συλλογή Αντισεισμικός τάφος κι αποτελούν τη σύνθεση με τίτλο Διάλογος ολωσδιόλου κανονικός (2018, 355):

– Δε σε βλέπω απόψε καλά∙ τι έχεις;

– Έχω ύπαρξη. –

Η συντομία της, η διαλογικότητά της και κυρίως η «υπογράμμιση» της ύπαρξης κι επόμενα του υπαρξισμού του Καρούζου, την καθιστούν ιδανική ρήση προς αναπαραγωγή. Γράφοντας, ωστόσο, γι’ αυτήν ο Τσαλαπάτης αναδεικνύει τη μορφική κι εκφραστική της καινοτομία που συνοψίζεται στην λιτότητα, την αμεσότητα της και κυρίως την επαφή της με τον καθημερινό λόγο (2017, Απρίλιος 12).

Η άλλη γραφή που επανέρχεται με μεγάλη συχνότητα, αυτονόητα πολιτική κι αντιεξουσιαστική, βρίσκεται στη Νεολιθική νυχτωδία στην Κρονστάνδη (2018, 458):

– Δώσε μου σαν ενθύμιο τον ορισμό της εξουσίας.

– Ως προς εμένα η εξαχτίνωση του χτήνους.

Η πληθυντικότητα του ορισμού της εξουσίας που υφέρπει στην παρηχητική δύναμη του στίχου ομοιάζει με εκείνες τις επαναξιολογήσεις της εξουσίας που έμελλε να σημαδέψουν την πολιτική και κοινωνική θεωρία, ιδίως μετά το Μάη του ΄68, και θα μας απασχολήσουν παρακάτω.

το σύμπαν είναι ξεκάθαρα γλωσσικό – η συμφορά μας[27]

Όταν, πολύ νωρίς, το 1958, ο Μιχάλης Κατσαρός έγραφε το στίχο ο Καρούζος έτοιμος για σφαγή[28], μάλλον δεν είχε στο μυαλό του την κατοπινή εξέλιξη του ποιητή, το πέρασμα του στην ωμότητα και την εξαγρίωση. Ή μήπως μπορούσε ήδη να την διαβλέψει; Μπορούσε άραγε να διακρίνει στις πρώτες απόπειρες του Καρούζου τη «σφαγή» του ίδιου του ποιητικού μέσου, της γλώσσας;

Η εξέλιξη της ποιητικής του Καρούζου που μοιάζει να ακολουθεί ατραπούς της μεταπολεμικής «γλωσσικής στροφής» παράγει ολοένα και  συχνότερα έναν λόγο που χαρακτηρίζεται από αποσπασματικότητα, αυτοαναφορικότητα κι αμφισημία. Ένα  μισόλογο, έναν αντίλογο, ό,τι ο Δάλλας ονομάζει αντιποίημα (2000, σ. 215). Ήδη από τη συλλογή Πενθήματα (1969) ξεκινάει το ποίημα Εκεί που αρχίζει το ιδανικό (2013: 244) ως εξής:

Η γλώσσα είναι σε μένα. Εγώ δεν είμαι στη γλώσσα.

Η μεταγλωσσική ποιότητα αυτής της φράσης θα κεντρίσει πιθανότατα το ενδιαφέρον του αναγνώστη που είναι εξοικειωμένος με τις βασικές αρχές της δομικής γλωσσολογίας ή ακόμα και της (λακανικής) ψυχανάλυσης. Φτάνοντας στο τέλος του ποιήματος ίσως ακόμα «διαβάσει» την προοικονομία μιας άλλης ποίησης της ήττας, της ποίησης της ήττας της γλώσσας:

Η γλώσσα είναι σε μένα.

Κάτι ανάλογο. Κάτι βαθιά ηττημένο.

Ο τρόπος που ηττάται το γλωσσικό μέσο στην περίοδο του καρουζικού έργου που μας ενδιαφέρει εδώ, είτε ως έκφραση είτε ως νόημα, ως (μετα-)επικοινωνία αλλά κι ως σιγή/σίγαση, σχετίζεται εμμέσως με τις γλωσσικές θεωρίες του δομισμού και του μεταδομισμού[29]. Η κατάτμηση του καρουζικού corpus από τον Δάλλα αποκτά τη σημασία της εν προκειμένω, όταν εξηγεί την έντονη διαπλοκή των δύο από τις τέσσερις συνολικά τομές που διακρίνει, της ρητορικής και της δραματικής (βλ. και παραπάνω). Η ρητορική φάση της καρουζική ποιητικής που οριοθετείται από τη συλλογή Απόγονος της νύχτας (1978) κι έπειτα, έγκειται στην εμφάνιση μιας «βαθειάς και ριζοσπαστικής αποστασιοποίησης από την πραγματικότητα με αποτέλεσμα: ένας λόγος-εκσκαφέας, που βυθοσκοπεί και κάθετα ανατέμνει» (Δάλλας 2000: 214).

«Δεν λείπει από τη λογοτεχνική λογική του Καρούζου η φιλοπαιγμοσύνη, όπως δεν λείπει γενικά από την ποίηση η όρεξη του πειράγματος και της σαρκαστικής εναντίωσης στη σοβαροφάνεια», γράφει σε σύντομο σημείωμά του ο Μπουκαλάς. (2015). Το χιούμορ όπως έχει υποστηριχθεί (Γιαννακόπουλος, 2010) διατρέχει την ποιητική παραγωγή του Καρούζου. Δύσκολα βρίσκουμε συνθέσεις του που δε διαθέτουν κάποιο ψήγμα ειρωνείας μεταξύ των πιο «σοβαρών» του, όπως ακριβώς αντίστροφα, στις πιο παιγνιώδεις στιγμές υποβόσκει πάντα κάτι στοχαστικό. Εσαεί νήπιος[30] ο Καρούζος, αρνούμενος πολιτισμικά και πολιτικά προγράμματα,, όντας υποψιασμένος δήλωνε: «Δεν έκανα ποτέ μου ποίηση προγράμματος, την ποίηση τη βρίσκω συλλαβίζοντας περίπου νηπιακά» (όπως παρατίθεται στο Πατίλης 2017: 36).

Η ειρωνεία, ο εκλεκτικισμός (χαρακτηριστικό που σπανίζει και, μάλλον μόνο ανεπαίσθητα, μπορούμε να διαγνώσουμε στον Καρούζο), η αμφισημία φέρνουν τον Καρούζο στις παρυφές του αισθητικού προγράμματος του μεταμοντερνισμού. «Στην καρουζική ποιητική ίσως μπορεί κανείς να δει μια προτύπωση της μεταμοντέρνας opera aperta, του ανοιχτού έργου» (η υπογράμμιση δική μου), παρατηρεί ο Κωστής Κουτσουρέλης (2017, Δεκέμβριος 27). Στο ίδιο πλαίσιο, ο Κώστας Βούλγαρης, όταν κάνει λόγο για την αποσπασματικότητα ως στοιχείο της καρουζικής ποιητικής, σημειώνει (η υπογράμμιση δική μου): «[…] ένα περιβόλι σπαραγμάτων, που όσο κι αν μας παραπέμπουν στον Σολωμό, μόνο με τις προσλαμβάνουσες και τα εργαλεία της μεταμοντέρνας συνθήκης μπορούν να «εισπραχθούν», αλλά και να αξιολογηθούν, δηλαδή να ερμηνευθεί η λειτουργικότητά τους και, εν τέλει, να γίνει αποδεκτή η ποιητική πληρότητά τους. Αλλά αυτή η σπαραγματική ποίηση συνετέθη εν αγνοία του ποιητή; Φυσικά εν αγνοία, αλλά πάντως όχι εν αφελεία…» (2012, Δεκέμβριος 1).

Ο Γιώργος Βέλτσος αποπειράται μια αποκωδικοποίηση της ποιητικής του Καρούζου, παρατηρώντας παιγνιωδώς πως «[…] η ποίηση του Καρούζου θα καταστρέψει το νόημα στη σύζευξη γραμματικής και ρητορικής σε βαθμό που, κατά την ανάγνωση του ποιήματος, να αποκαλύπτεται πόσο το νόημα διαστρέφεται από τη ρητορική του ευστροφία». Δεινός αναγνώστης κι ένθερμος οπαδός των μεταδομιστικών θεωρήσεων, μοιάζει να θέτει τον αναγνώστη προ των ευθυνών της γέννησής του (επακόλουθη της θανάτωσης του συγγραφέα κατά τον Roland Barthes[31]), όταν αποκρούει την «υποτιθέμενη» δυσκολία των γραπτών του ποιητή: «Το δυσανάγνωστο, υποτίθεται, του Καρούζου δεν έγκειται στα περιεχόμενα αλλά στα περιέχοντα, στο αχανές και αναπόκριτο»[32].

Οι εν πολλοίς χωρικές περιγραφές των προηγούμενων συγγραφέων με φέρνουν εγγύτερα στη σκέψη των Gilles Deleuze και Felix Guattari και τις «γεωπολιτικές» τους διευθετήσεις, και ειδικότερα, στον γνωστό όρο τους, της απεδαφικοποίησης (ή απεδάφικωσης κατά τον Μιχαήλ). «Φτάνοντας τη γλώσσα στα όρια της» (Μιχαήλ, 2013, 153), ο Καρούζος, ένας «τοξικομανής της έκφρασης» (Πρατικάκης, 2010: 97) εκτρέπει οριστικά τα νοήματα που, ήδη στις προηγούμενες δημιουργικές φάσεις του, χωλαίναν ή έμεναν εκκρεμή και σε καθεστώς αναστολής. Όπως γράφει σχετικά ο Πατίλης: «[…] το τυπικό καρουζικό ποίημα είναι άνισο καθώς το χαρακτηρίζει συνειδητή μορφική εκκρεμότητα ή αναστολή και γλωσσική ένταση συνδυασμένη σε επίπεδο περιεχομένου με πολυεπίπεδη φυγόκεντρη αναφορικότητα ή αμφιλεκτισμό […]» (2017: 30).

Η συμπόρευση του Ανδρέα Παγουλάτου με το κίνημα του γαλλικού γλωσσοκεντρισμού, και η αναζήτησή του για τυχόν συναφείς ποιητικές μορφές στον ελληνικό χώρο, αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον, από τη στιγμή που θεωρεί τον Καρούζο έναν από τους Έλληνες λογοτέχνες που έγραψαν «γλωσσοκεντρικά ποιήματα ή κείμενα» (Αρσενίου, 2003: 353). Οι βασικές αρχές της γλωσσοκεντρικής ποίησης σύμφωνα με τον Παγουλάτο, όπως παρουσιάζονται από την Ελισάβετ Αρσενίου, σχετίζονται με τα εξής: «[την] ανατροπή της ομοιογένειας του κειμένου, [την] αναζήτηση πολιτιστικών και ψυχολογικών ριζών της γραφής, [την] υπέρβαση των καταναγκασμών από τους θεσμούς και [την] απόσβεση των ορίων γλωσσών και τεχνών» (2003: 354).

Απηχώντας δομιστικές και μεταδομιστικές θέσεις περί έκκεντρου υποκειμένου και διασποράς του νοήματος, ο γλωσσοκεντρισμός προϋποθέτει μια «πολιτικά ενεργό γραφή» (ό.π. σ. 355). Είναι αυτή η πολιτική διάσταση που αποδίδει η Αρσενίου στο γλωσσοκεντρικό εγχείρημα που έχει ενδιαφέρον εδώ, καθώς αναφέρεται σε έναν «επαναστατικό λόγο που αντλεί τα πυρηνικά του αποθέματα από τα ανανεωτικά και διαπολιτισμικά κινήματα του τέλους του 1960» (ό.π.). Η περίοδος της ποίησης του Καρούζου μετά το 1978, δέκα χρόνια μετά το γαλλικό Μάη, κατά την οποία σύμφωνα με τον Πατίλη «η γραπτή ποίηση […] τείνει να γίνει οπτική» (2017: 31), θα μπορούσε, λόγω του γλωσσικού πειραματισμού του ποιητή, να χαρακτηριστεί οριακά ως απτική, κι επομένως, δι’ αυτής της ιδιότητάς της να καθίσταται προτρεπτική ή επιτελεστική.

Η υποδόρια πολιτική σήμανση των λέξεων του Καρούζου, των συλλαβών του ακόμα, των άναρθρων φωνήσεων του και των αδιόρατων παύσεων ανάμεσα και γύρω τους[33], νεύει στον αναγνώστη, ψαύει το νευρικό του σύστημα ως τη «διαστροφή» του οπτικού του νεύρου ώστε να δει έτερες πλευρές της πραγματικότητας. Η υπόθεση μιας μεταδομιστικής ανάγνωσης[34] του Καρούζου -εκκρεμής στην παρούσα εργασία- θα μπορούσε βέβαια να αρθρωθεί με τη σκέψη του γενεαλόγου κι ανατόμου της εξουσίας, Michel Foucault. Ο ιδιότροπος υπαρξισμός του Καρούζου δεν είναι συμφιλιωμένος με τις αρχές του φιλοσοφικού ρεύματος, όπως δεν ήταν συμφιλιωμένος ευρύτερα με την εκάστοτε κοσμοθεωρία, και σε αυτό το σημείο ομοιάζουν τα αδιέξοδά του με αυτά του Γάλλου στοχαστή καθώς και αυτός βρέθηκε -ασυμφιλίωτος- ανάμεσα στις Συμπληγάδες της φαινομενολογίας και του δομισμού. Η «εναλλακτική όραση» που προϋποθέτει ο καρουζικός ποιητικός στοχασμός βρίσκει αντιστοιχίες στη φουκωική διερεύνηση όσων δεν μπορούν να λεχθούν[35].

Ο Καρούζος που κατά την αναμέτρησή του με την αδυνατότητα -υπαρκτική, γλωσσική, και πολιτική- ρέπει προς την παραίτηση στο Φθεγξάμενος αγαθά πράγματα της τελευταίας συλλογής του: Μούτζω’ τα ω αναρχία μου! Δεν μπορεί να γίνει […], αναθαρρεί άμεσα με εφόδιο την τέχνη του και τις ελπίδες που εναποθέτει σ’ αυτή: Πάντως όταν αρχίζει το ποίημα/ να γίνεται ύλη/ εκεί είμαι./ Ξεριζώνω τα πάντα. Κι αν η ποίηση/ κι αν η ποίηση/ κι αν η ποίηση αδέρφια […]. Πρόκειται για  το (μοντερνιστικό και σοσιαλιστικό) αδύνατο με το οποίο καταπιάστηκε σημαντικό μέρος της γαλλικής διανόησης και λογοτεχνίας ήδη από τον 19ο αιώνα, σύμφωνα με την Julia Kristeva (2010: 206).

Καθώς γράφονταν οι τελευταίες γραμμές του κειμένου, είχε αναγγελθεί η ετυμηγορία  στη δίκη της Χρυσής Αυγής. Η καταδίκη των κατηγορούμενων, μια μικρή νίκη του αυτονόητου, δίνει σύντομα τη θέση της στην επιφύλαξη έναντι των μαχών που έπονται στον πόλεμο με το χτήνος που ακόμα μαίνεται:

Καλύτερα

τοξικές ουσίες

παρά εξουσίες.

Καλύτερα γενναία

κλάματα

παρά φασισμού

χαράματα![36]

Πηγές – Βιβλιογραφία

Βιβλιογραφία

Αγγελάκη-Ρουκ, Κ. (2010). Ποιητής του απόλυτου παρόντος, τεχνοκράτης του θανάτου. Το Δέντρο, 177-178, 9-13.

Αρανίτσης, Ε. (1994, Ιούνιος 29). Ταξίδι προς τα άκρα. Ελευθεροτυπία, σ. 48. Διαθέσιμο στο: http://invenio.lib.auth.gr/record/11264/files/npa-2004-10927.pdf#page=1&zoom=auto,-186,343

Αρβανίτης, Π. (2016, Ιούνιος 2). Νίκος Καρούζος: Ακόμη αυτό το έαρ. Εκτός Γραμμής. Διαθέσιμο στο: https://www.ektosgrammis.gr/website/nikos-karoyzos-akomi-ayto-ear

Αργυρίου, Α. (2007). Περί Καρούζου κατ’ αρχήν. Μανδραγόρας, 37, 79.

Αρμύρα, Μ. (επιμ.) (2007α). Αυτά τ’ ακούραστα εργόχειρα της Απουσίας: τα ποιήματα. Μανδραγόρας, 37, 108-112.

Αρμύρα, Μ. (επιμ.) (2007β). Νίκος Καρούζος. Χρονολόγιο (Ελεγείες της χαρούμενης λύπης). Μανδραγόρας, 37, 57-59.

Αρμύρα, Μ. (2010). Η ιδεολογικά επικαθορισμένη ποίηση και η ποίηση του Νίκου Καρούζου. Το Δέντρο, 177-178, 13-17.

Αρσενίου, Ε. (2003). Νοσταλγοί και Πλαστουργοί. Έντυπα, κείμενα και κινήματα στη μεταπολεμική λογοτεχνία. Αθήνα: Τυπωθήτω.

Αρσενίου, Ε. (2012). Πρακτική εισαγωγή στη μελέτη της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ορολογία, μεθοδολογία, θεωρία. Αθήνα: Μεταίχμιο.

Barthes, R. (2007). Ο θάνατος του συγγραφέα. Στο R. Barthes, Εικόνα – Μουσική – Κείμενο (σ. 137-143). Αθήνα: Πλέθρον.

Beaton, R. (1996). Εισαγωγή στη Νεότερη Νεοελληνική Λογοτεχνία. Ποίηση και πεζογραφία 1821-1992 (μτφρ. Ε. Ζουργού – Μ. Σπανάκη). Αθήνα: Νεφέλη. (Α΄ έκδοση: 1994).

Βέλτσος, Γ. (2016, Ιούλιος 23). Νίκος Καρούζος. Το Βήμα. Διαθέσιμο στο: https://www.tovima.gr/2016/07/23/opinions/nikos-karoyzos/

Βούλγαρης, Κ. (2012, Δεκέμβριος 1). Με τον Νίκο Καρούζο. Για πού; Αυγή (ένθετο Αναγνώσεις). Διαθέσιμο στο: https://avgi-anagnoseis.blogspot.com/2012/12/blog-post_4728.html

Γιαννάκη, Ε. (2018, Σεπτέμβριος 28). Νίκος Καρούζος: «Η ποίηση σπαρταρά να επιστρέψει». Lifo. Διαθέσιμο στο: https://www.lifo.gr/articles/san_simera/209427/nikos-karoyzos-i-poiisi-spartara-na-epistrepsei

Γιαννακόπουλος, Χ. (2010). «Όλα είναι τραγικά πλην του τράγου» [Το χιούμορ στην ποίηση του  Νίκου Καρούζου]. Το Δέντρο, 177-178, 21-24.

Γκιώνης, Δ. (2010, Σεπτέμβριος 11). Ο δικός του κομουνισμός. Ελευθεροτυπία. Διαθέσιμο σε: http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=201739

Γουνελάς, Σ. (2017, Δεκέμβρης 21). Ξανακοιτάζοντας τον Νίκο Καρούζο. Νέο Πλανόδιον. Διαθέσιμο στο: https://neoplanodion.gr/2017/12/26/%CE%BE%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CF%84%CE%AC%CE%B6%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%BF-%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%8D%CE%B6%CE%BF/

Δάλλας, Γ. (2000). Νίκος Καρούζος: Αμηχανία του θείου ως την τελική «Αιώρηση». Στο Δάλλας Γ., Ευρυγώνια. Δοκίμια για την ποίηση και την πεζογραφία (σ. 209-223). Αθήνα: Νεφέλη.

Ήγκλετον, Τ. (1996). Εισαγωγή στη θεωρία της λογοτεχνίας (μτφρ. Μ. Μαυρωνάς, εισαγωγή και θεώρηση μτφρ. Δ. Τζιόβας). Αθήνα: Οδυσσέας.

Kristeva, J. (2010). Νόημα και μη νόημα της εξέγερσης (μτφρ. Ν. Ηλιάδης). Αθήνα: Scripta.

Κακναβάτος, Ε. (1989). Στα ανάντη του ποιητικού λόγου. 863-869.  Η λέξη, 88-89, 863-869. Διαθέσιμο στο: http://www.ekebi.gr/magazines/showimage.asp?file=39425&code=3005&zoom=800

Κακναβάτος, Ε. (2005). Βραχέα και μακρά. Για την ποίηση / Γλώσσα και λόγος. Αθήνα: Άγρα.

Καρούζος, Ν. (1981). Η ποίηση πάντα μεγεθύνει (Συνέντευξη στον Ανδρέα Μπελεζίνη). Διαβάζω 48, 64-74. Διαθέσιμο στο: https://issuu.com/diavazo.gr/docs/aa13_issue_48

Καρούζος, Ν. (2013). Τα ποιήματα Α΄ (1961-1978) (5η έκδ.). Αθήνα: Ίκαρος.

Καρούζος, Ν. (2018). Τα ποιήματα Β΄ (1979-1991) (4η έκδ.). Αθήνα: Ίκαρος.

Καρούζος, Ν. (2010). Πεζά κείμενα (Φιλολογική επιμέλεια Ε. Λαλουδάκη) (2η έκδ.). Αθήνα: Ίκαρος.

Καρούζος, Ν. (2014). Οιδίπους τυραννούμενος και άλλα ποιήματα (Φιλολογική επιμέλεια Μ. Αρμύρα). Αθήνα: Ίκαρος.

Καρπούζης, Γ. (2019, Μάρτιος 22). Με τα σπλάχνα έξω: Σημειώσεις πάνω στο φιλμ-δοκίμιο «Νίκος Καρούζος: Ο Δρόμος για το Έαρ». Το Περιοδικό. Διαθέσιμο στο: https://www.toperiodiko.gr/%CE%BC%CE%B5-%CF%84%CE%B1-%CF%83%CF%80%CE%BB%CE%AC%CF%87%CE%BD%CE%B1-%CE%AD%CE%BE%CF%89-%CF%83%CE%B7%CE%BC%CE%B5%CE%B9%CF%8E%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82-%CF%80%CE%AC%CE%BD%CF%89-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CF%86/

Κουτσουρέλης, Κ. (2017, Δεκέμβριος 27). Καρουζικά προλεγόμενα. Νέο Πλανόδιον. Διαθέσιμο στο: https://neoplanodion.gr/2017/12/25/%ce%ba%ce%b1%cf%81%ce%bf%cf%85%ce%b6%ce%b9%ce%ba%ce%ac-%cf%80%cf%81%ce%bf%ce%bb%ce%b5%ce%b3%cf%8c%ce%bc%ce%b5%ce%bd%ce%b1/

Λαλουδάκη, Ε. (2010). Εισαγωγή. Στο Καρούζος, Ν. (2010). Πεζά κείμενα (σ. 11-21). Αθήνα: Ίκαρος.

Λαμπρόπουλος, Β. (2017). Η κρίση της ποίησης και η μελαγχολία της αριστεράς. Για την πολιτική της ελληνικής ποίησης των αρχών του 21ου αιώνα. Τα Ποιητικά, 26, 1-7. Διαθέσιμο στο: https://sites.lsa.umich.edu/vlambropoulos/wp-content/uploads/sites/718/2019/05/lambropoulos_2017_i-krisi-tis-poiisis-kai-i-melancholia-tis-aristeras.pdf

Λαμπρόπουλος, Β. (2018). Η ελληνική ποιητική γενιά του 2000 [Συνέντευξη στον Θάνο Γώγο]. Βαβυλωνία, 20, 66-70.

Μιχαήλ, Σ. (2006). Homo poëticus. Αθήνα: Άγρα.

Μιχαήλ, Σ. (2006, Απρίλιος 12). Κατακείμενος όρθιος. Ποιείν. Διαθέσιμο στο: http://www.poiein.gr/2006/04/12/ouaaao-ieathe-isseio-eaniyaeio-eaoaeassiaiio-neeio/  

Μιχαήλ, Σ. (2013). Musica ex nihilo. Δοκίμια για την ποίηση, τη ζωή και τη δικαιοσύνη. Αθήνα: Άγρα.

Μπαμπασάκης, Γ.Ι. (2010). Ο Καρούζος ως Βούληση και ως Παράσταση. Το Δέντρο, 177-178, 81-84.

Μπαμπασάκης, Γ.Ι. (2013, Ιούνιος 13). Αγιονικοκαρούζος. Lifo, σ. 59.

Μπέη, Ε. (2007). «Αν μπορούσε να μιλήσει το λιοντάρι…». Μανδραγόρας, 37, 77-78.

Μπέη, Ε. (2010). Η απροσδόκητη συνδυαστική. Το Δέντρο, 177-178, 85-90.

Μποσκοΐτης, Α. (2013, Ιούνιος 5). Ο δικός μου Καρούζος. Lifo. Διαθέσιμο στο: https://www.lifo.gr/team/prosklitirio_nekron/38842

Μπουκάλας, Π. (2015, Μάιος 9). Των μυστηρίων η φανέρωση. Καθημερινή. Διαθέσιμο στο: https://www.kathimerini.gr/opinion/814660/ton-mystirion-i-fanerosi/

Νούτσος, Π. (2007). Θα «βάλουμε την επανάσταση στο νόημά της»; Μανδραγόρας, 37, 107.

Πατίλης, Γ. (2017). Χερουβείμ Αρουραίος. Ο ποιητής Νίκος Καρούζος (1926-1990). Αθήνα: Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος – Γαβριηλίδης.

Πατρίκιος, Τ. (1989). Οράσεις και χώροι του Νίκου Καρούζου. Η λέξη, 88-89, 860-862. Διαθέσιμο στο: http://www.ekebi.gr/magazines/showimage.asp?file=39425&code=3005&zoom=800

Πρατικάκης, Μ. (1989). Η δυστυχία της ύπαρξης σ’ ένα κρεβάτι εκστρατείας. Η λέξη, 88-89, 910-913. Διαθέσιμο στο: http://www.ekebi.gr/magazines/showimage.asp?file=39425&code=3005&zoom=800

Πρατικάκης, Μ. (2010).

Rancière, J. (2012). Ο μερισμός του αισθητού. Αισθητική και πολιτική (μτφρ. Θ. Παπαρδέλλης). Αθήνα: Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου.

Ρακάς, Σ. (2019, Αύγουστος 21). Se poia poihtikh genia anhkoume? Βόρεια-Βορειοανατολικά. Διαθέσιμο σε: https://vvanatolika.gr/samson-rakas-se-poia-poihtikh-genia-anhkoume/

Σκάρτσης, Σ. (2007). Με τον Νίκο Καρούζο. Μανδραγόρας, 37, 88-90.

Σκουρολιάκου, Μ. (2015, Φεβρουάριος 2). Νίκος Καρούζος – Το έργο του. Διαθέσιμο στο: https://tovivlio.net/%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%8D%CE%B6%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%BF-%CE%AD%CF%81%CE%B3%CE%BF-%CF%84%CE%BF%CF%85/

Στεργιόπουλος, Α. (2015, Οκτώβριος 17). Νίκος Καρούζος: Για πάντα ποιητής. Διαθέσιμο στο: https://www.toperiodiko.gr/%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%8D%CE%B6%CE%BF%CF%82-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%80%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B1-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%82/

Στεφανίδης, Μ. (2007). Τον ‘λέγαν Νίκο και δεν είχε τίποτε δικό του. Μανδραγόρας, 37, 80-81.

Τσαλαπάτης, Θ. (2012, Δεκέμβριος 1). Ο Νίκος Καρούζος και οι νεότεροι ποιητές. Αυγή (ένθετο Αναγνώσεις). Διαθέσιμο στο: http://avgi-anagnoseis.blogspot.com/2012/12/blog-post_6753.html

Τσαλαπάτης, Θ. (2017, Απρίλιος 12). Ακροβασία νυχτερινή πάνω σε έναν ξένο στίχο. Διαθέσιμο στο: http://tsalapatis.blogspot.com/2017/04/blog-post.html

Χατζηβασιλείου, Β. (2015, Μάρτιος 21). Ο άγνωστος Καρούζος. Το Βήμα. Διαθέσιμο σε: https://www.tovima.gr/2015/03/21/books-ideas/o-agnwstos-karoyzos/

Χρηστάκης, Λ. (2007). Παράβαση. Αθήνα: Τυφλόμυγα.

Χρηστάκης, Ν. (2007). Πρόλογος. Στο Χρηστάκης, Λ. (2007). Παράβαση (σ. 9-13). Αθήνα: Τυφλόμυγα.

Vitti, M. (2003). Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Αθήνα: Οδυσσέας.

Πηγές

Εθνικό Κέντρο Βιβλίου: http://www.ekebi.gr

Ιστολόγιο της ταινίας του Γ. Καρπούζη «Ο δρόμος για το έαρ»: http://nikoskarouzosproject.com/

Ιστοσελίδα των εκδόσεων Ίκαρος για τον Νίκο Καρούζο: https://ikarosbooks.gr/authors/karouzos-nikos

Πύλη για την ελληνική γλώσσα: www.greek-language.gr


[1] Φράση από το πεζό-ποίημα του Νίκου Καρούζου με τίτλο Σωρείτης της συλλογής του 1984 Αντισεισμικός τάφος (2018: 332-334).

[2] Στίχοι από τη σύνθεση Διάλογος πρώτος της ποιητικής συλλογής του 1956 Διάλογοι (Καρούζος, 2014: 105)

[3] Ο Παπακωνσταντίνου μελοποιεί το ποίημα του Καρούζου χρησιμοποιώντας ηχογράφηση απαγγελίας του από τον ποιητή. Η σύνθεση περιέχεται στον δίσκο «Η βροχή από κάτω» που κυκλοφόρησε το 2006 από τη Lyra.

[4] Πιο συγκεκριμένα, προς το τέλος του κειμένου του Δάλλα διαβάζουμε: «Παρακάμπτοντας τις άλλες δύο τάσεις, την πολιτική και υπερρεαλιστική της εποχής του, με την τρίτη -εννοώ την υποστασιακή- διευρυμένη, έτσι ώστε εμμέσως να περιλαμβάνει και τις άλλες, θα μπορούσαμε να πουμε πως εκείνος, απ’ τις τρεις γωνίες του ποιητικού τριγώνου της γενιάς του, με τον Παπαδίτσα αντικριστά μοιράζεται τις δύο της βάσης και την τρίτη κορυφή κατέχει ο Σαχτούρης. […] ποιητές ουσίας […] Και με πλήρη την υπέρβαση εντέλει της κυρίαρχης τεχνοτροπίας που τους διαμόρφωσε χωρίς να τους δεσμεύσει: την υπέρβαση του εξπρεσιονιστικού συμβολισμού εκ μέρους του ώριμου Σαχτούρη, του ορφικού κλασικισμού του τελευταίου Παπαδίτσα, του υπαρξιακού μεταρομαντισμού του διαρκώς εξελισσόμενου Καρούζου» (2000: 221).

[5] Στην τελευταία του συνέντευξη, πέρα από το ποίημα Διερώτηση για να μην κάθομαι άεργος, ο Νίκος Καρούζος ξεχώρισε ως αγαπημένα του τα ακόλουθα πέντε ποιήματα: «Ο μειλίχιος τρόπος του Βαρβαρόσα», «Ρωμαϊκή οπτασία», «Μια δοξασία κι η ζωή ολάκερη νομίζω», «Ο ακέραιος κυρ Αλέξανδρος» και «Απολέλυσαι της ασθενείας σου» (Πατίλης 2017: 98-99).

[6] Από την παρουσίαση της ταινίας στον ιστότοπο του Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Διαθέσιμο στο: https://www.filmfestival.gr/el/movie-tiff/movie/12890

[7] «Παιδικότητα», όχι δίχως πολιτικές συνιστώσες ενίοτε όπως στο ποίημα Μίσος Αιώνας από μνήμης από τη συλλογήτου 1988 Ερυθρογράφος (2018: 507).: Α, όταν χτυπούσα στις πέτρες τα καινούργια μου/ παπούτσια για να φαίνονται παλιά…/ Δεν ήθελα να διαφέρω απ’ τα πολύ φτωχαδάκια/ συμμαθητούδια./ Και με πάθος τσαλάκωνα τα καινούργια μου/ ρούχα./ Έκτοτε στην παιδική μου όραση έλαμπε υπεράνω/ η κομμουνιστική μου συνείδηση./ Μα ο κόσμος δεν τα ‘χει καλά με την ύλη/ και λαιμαργεί σε βάρος της/ (ακρυλική μυστηριώδης αστραπή και μανιφέστα).

[8] Ενδεικτικά είναι η πρώτη πρόταση του κειμένου –Η λογική λατρεύει τα μακαρόνια– και ο μακροσκελής τίτλος του: Ποίημα ή όχι ποίημα -μου είναι αδιάφορο- ανάμεσα σε δαιμονιώδη κορναρίσματα για κάτι που δεν ξέρω τι είναι: ποδοσφαιρική νίκη ή μια συνήθης ανευθυνότητα της ρωμιοσύνης (Καρούζος 2010: 207).

[9] Καρούζος 2010: 208.

[10] Στίχοι από το ποίημα Όταν ερευνώ, σιγή απόλυτος! της συλλογής του  (Καρούζος 2014: 481).

[11] Καρούζος 2018: 248. Το ποίημα τιτλοφορείται Ηχομόνωση.

[12] Στίχος από το έργο Νεολιθική νυχτωδία στην Κρονστάνδη (Καρούζος 2018: 457).

[13] Από την ποιητική συλλογή Ποιήματα (1951) που τιμήθηκε με το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης.

[14] Σχολιάζοντας τους στίχους, γράφει ο Κακναβάτος: «Πώς να είναι μια φράση ποιητική αν δεν περιέχει τον δυναμίτη της έκπληξης; Η γόμωση του δυναμίτη είναι το παράδοξο, όχι το παράλογο που προϋποθέτει τη λογική. Το παράδοξο είναι προ-λογικό» (2005: 23-24).

[15] Προτεραιότητα δίνεται στα πιο πρόσφατα αφιερώματα δηλαδή: του περιοδικού Μανδραγόρας το 2007 και του Δέντρου το 2010.

[16] Τεύχος 37 (2007): Σε επιμέλεια του Κώστα Κρεμμύδα

[17] Μανδραγόρας, 37, σ. 3. Απ’ όπου διαβάζουμε αμέσως μετά: «Γιατί ο Καρούζος (και πρέπει να αρθεί οριστικά η παρεξήγηση) κατάφερε από νωρίς να θέσει τους όρους του και να καταστεί αφόρητα επικίνδυνος για τα τετελεσμένα».

[18] Πιο συγκεκριμένα, ο Πατίλης παραθέτει επακριβώς το εξής σημείο της κριτικής του Σινόπουλου: «Το ιδεώδες φυσικά θα είταν αν ο Καρούζος, όντας σε διαρκή ποιητικό πυρετό, σε διαρκή ένταση […], κατάφερνε να πραγματοποιήσει μια ποίηση που «το κέντρο της είναι παντού και η περιφέρεια της πουθενά». Αλλά βρισκόμαστε μακριά κι’ από τούτη την ευδαιμονία […]».

[19] Βλ. Μπαμπασάκης (2013, Ιούνιος 13).

[20] Ένας από τους πάρα πολλούς νεολογισμούς του ποιητή που απαντάται

[21] Το κείμενο φιλοξενήθηκε και στο αφιέρωμα του Μανδραγόρα (σ. 95-97).

[22] Οραματίζομαι/ τη μη οραματικότητα (Καρούζος, 2018: 175).

[23] Αναδημοσίευση παλαιότερου άρθρου του Μιχαήλ γραμμένο το 1990.

[24] Το κείμενο φιλοξενήθηκε και στο αφιέρωμα του Δέντρου (σ. 76-80).

[25] Τραυλίζοντας οικουμένη καθώς/ η πραγματικότητα χωλαίνει… (Καρούζος, 2018: 447).

[26] Πρόκειται για την τελευταία σύνθεση της ποιητικής συλλογής Ευρέσεις από κυανό κοβάλτιο (1991) με τίτλο Μια λάμψη που δεν έχει τέλος (Καρούζος, 2018: 560).

[27] Στίχος από το ποίημα Γιορτάζω τα γενέθλιά μου με καύσωνα από τη συλλογή του 1981 Φαρέτριον (Καρούζος, 2018, σ. 255).

[28] Από το ποίημά του «Μπαλάντα για τους ποιητές που πέθαναν νέοι».

[29] Για το μεταδομισμό, αλλά και την ντεριντιανή αποδόμηση, και για τις συμβολές τους στη λογοτεχνική θεωρία βλ. Αγγελάτος (2011): σ. 262-266, Αρσενίου (2012) σ.347-361 και Ήγκλετον (1996): σ. 193-225.

[30] Στίχος από το ποίημα Ταις Αγγελικαίς (Καρούζος 2018: 555).

[31] Barthes, 2007: 143.

[32] Τη φράση «αχανές κι ανεπίκριτο» αντλεί ο Βέλτσος από το ποίημα Έλκηθρο διά βίου από την ποιητική συλλογή του Καρούζου Συντήρηση ανελκυστήρων (1986): «Στην ερήμωση του πάγου στις διαφωνίες/ φύσεως και λογικής/ με όλα συγκρουόμενα με όλα διδάσκοντας/ ο μέγας αυταπατώμενος/ είν’ ο ποιητής/ αποφεύγει τις εγκυκλοπαίδειες κι αναδύεται/ στη γειτονιά του τυχάρπαστος./ Αυτό ελκύει κι οδηγεί στο αχανές κι αναπόκριτο./ Στην Αυλίδα ή στην Ταυρίδα;» (2018)

[33] «Η σιωπή ως λάλημα μέσα στο λόγο. Ο λόγος ως κόμβος μέσα στη σιωπή» (Κακναβάτος, 2005: 22).

[34] Ο Βασίλης Λαμπρόπουλος σε συνέντευξή του υποστηρίζει πως η μεταδομιστική θεωρία «υπέστη στην Ελλάδα από την αρχή τρομερό και επιτυχέστατο διωγμό, κι έτσι ποτέ δεν ρίζωσε στην ελλαδική Νεοελληνική Φιλολογία […] με αποτέλεσμα οι φιλόλογοι […] να μην ενδιαφέρονται για την καινούργια ποίηση, αφού δεν έχουν καν τα απαιτούμενα εργαλεία να την προσεγγίσουν» (2018, 68). Υποθέτω πως η άλλη πολιτική ατραπός που μπορούμε να ακολουθήσουμε είναι αυτή της κριτικής θεωρίας, όμως η αναγνώριση και «οικειοποίηση» του Καρούζου από το μεγαλύτερο μέρος της Αριστεράς την καθιστά αυτονόητη. Ενδεικτικά, η Εύα Μπέη κινείται ήδη προς τα εκεί (παρόλο που τα κείμενά της είναι αρκετά προσωπικά, λόγω της στενής σχέσης με τον ποιητή) επικαλούμενη συχνά τη σκέψη του Walter Benjamin (Μπέη, 2007, 2010).

[35] Αντί παραπομπής σε κάποιο έργο του Φουκώ, και μια και η επιμονή του να φέρει στο φως τις κανονικότητες των λόγων (discourses) που δομούν την πραγματικότητα κι αποκλείουν την άρθρωση εναλλακτικών διατρέχει το έργο του, παραθέτω τον Jacques Rancière που θεωρώ πως αποδίδει περιεκτικά την ουσία του κι άπτεται της παρούσας εργασίας: «Η πολιτική και η τέχνη, όπως και οι γνώσεις, παράγουν «πλάσματα» (fictions), δηλαδή υλικές αναδιαρθρώσεις σημείων και εικόνων, σχέσεις μεταξύ του τι βλέπουμε και τι λέμε, μεταξύ του τι κάνουμε και τι μπορούμε να κάνουμε. […] Τα πολιτικά ή λογοτεχνικά εκφωνήματα επιφέρουν αποτελέσματα πάνω στην πραγματικότητα. Ορίζουν τα μοντέλα ομιλίας και δράσης […] καταρτίζουν χάρτες του ορατού, τροχιές μεταξύ του ορατού και του λεκτού, σχέσεις  μεταξύ τρόπων του υπάρχειν, του πράττειν και του λέγειν» (2012, 72). Κι επίσης, πιο χαρακτηριστικά: «Τα «πλάσματα» της τέχνης και της πολιτικής είναι επομένως ετεροτοπίες μάλλον παρά ουτοπίες» (ο.π., σ. 76).

[36] Καρούζος 2014: 309.