Criticism

Κείμενα και Κριτική

Μάτση Χατζηλαζάρου: 1946-1972, μακριά από την Ελλάδα και την ‘Ενδοχώρα’

Μάτση Χατζηλαζάρου: 1946-1972, μακριά από την Ελλάδα και την ‘Ενδοχώρα’

Λογοτεχνία και ΜΜΕ Παράδοση December 27, 2020

της Μαρίας – Ελπινίκης Ζαφειράκη


1.      Εισαγωγή

Η Μαρία-Λουκία Χατζηλαζάρου, η αργότερα γνωστή ως Μάτση και η πρώτη Ελληνίδα υπερρεαλίστρια ποιήτρια, όπως θεωρείται από πολλούς, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 17 Ιανουαρίου 1914 σε εύπορη οικογένεια εφοπλιστών. Η οικογενειακή της ιστορία, μακρά και εντυπωσιακή προετοιμάζει για μία εφηβεία έντονη και περιπετειώδη. Καταφεύγοντας αργότερα στην ψυχανάλυση γνωρίζει τον Ανδρέα Εμπειρίκο και μαζί του τον υπερρεαλισμό, την ελευθερία της έκφρασης. Οι —μετέπειτα— πειραματισμοί της με τον ποιητικό λόγο την τοποθετούν επάξια στα ελληνικά γράμματα ως την πρώτη γυναίκα που «[…] με τόση ελευθερία, αμεσότητα και βιωματικότητα συζητά τα του έρωτα και της ζωής, χωρίς ενοχές, χωρίς αναστολές, χωρίς περιστροφές αλλά και χωρίς εκχυδαϊσμούς και περιττές προκλήσεις.»


Τον Δεκέμβρη του 1945 η Μάτση μαζί με τον σύντροφό της, Ανδρέα Καμπά, επιβιβάζονται στον θρυλικό Ματαρόα με προορισμό το Παρίσι χάριν εξαμηνιαίας υποτροφίας του Γαλλικού Ινστιτούτου. Για το Ματαρόα μάλιστα, έχουν κυκλοφορήσει δύο βιβλία από υποτρόφους του Γαλλικού Ινστιτούτου το 1945, τη Μιμίκα Κρανάκη και τη Νέλλη Ανδρικοπούλου. Τα βιβλία αυτά έφεραν σημαντικά στοιχεία στο προσκήνιο για το ταξίδι του «θρυλικού» αυτού πλοίου. Η Μάτση ταξιδεύει στη Γαλλία, για να συναντήσει το αυθεντικό, για να μην βλέπει reproduction την τέχνη και όπως φάνηκε στην πορεία, για να εξελιχθεί και η ίδια σε καλλιτέχνιδα. Εκεί συνδέεται με διάφορους κύκλους προοδευτικών διανοουμένων και ειδικά, με τον κύκλο του Πάμπλο Πικάσο. Στο Παρίσι φέρεται να δοκιμάζεται στην ποιητική και να αποκτά περισσότερη αυτοπεποίθηση, καθώς δημοσιεύει ποιήματα και συλλογές της και εισχωρεί στα γαλλικά γράμματα με θετικές αποτιμήσεις.


Στα χρόνια που έζησε στο Παρίσι η Μάτση μεταξύ άλλων αλληλογραφεί με τον πρώην σύζυγό της, Ανδρέα Εμπειρίκο, ο οποίος εμφανίζεται σκιωδώς στα γραπτά της ως ο άνδρας που την σημάδευσε, χωρίς όμως να αναφέρεται ποτέ σε αυτόν ανοιχτά. Η δυναμική της σχέσης τους ενέπνευσε, ωστόσο, εκτός από μια σειρά από δημιουργικές καταθέσεις της ποιήτριας στα γράμματα και μία περιρρέουσα φιλολογία γύρω από το ζευγάρι.


Παρόλ’ αυτά, στα χρόνια της στη Γαλλία η Μάτση ακολούθησε τη δική της πορεία, δημιουργώντας μια μυθολογία γύρω από το όνομά της, την έντονη προσωπική της ζωή και το καλλιτεχνικό έργο της ως γυναίκα, γράφοντας μάλιστα σε δύο γλώσσες. Ο μύθος αυτός ενσαρκώνεται δεκαετίες αργότερα σχεδόν πάντα υπό τη σκιά της σχέσης της με τον Εμπειρικό. Η ανάγκη για μια ματιά μέσα απ’ την «κλειδαρότρυπα» στην ερωτική ιστορία δύο πρωτοπόρων καλλιτεχνών ήγειρε την περιέργεια και συνάμα την έμπνευση ακαδημαϊκών, συγγραφέων και μέσων.


Ωστόσο, η ποιητική αξία της Μάτσης και των χρόνων που πέρασε στη γαλλική πρωτεύουσα μακριά από τον δεύτερο της σύζυγο, έχει πολλάκις παρουσιαστεί σε αφιερώματα και αφηγήσεις για τη ζωή της, άλλοτε στη σκοπιά φεμινιστικών αναγνώσεων και άλλοτε με διάθεση διερευνητική για τη ζωή και το έργο της ποιήτριας.


2. Ιούς, Μανιούς, ίσως και Aqua Marina


Σημαντική πηγή για τη ζωή και το έργο της Μάτσης Χατζηλαζάρου αποτελεί η επιμελής έρευνα του Χρήστου Δανιήλ, διδάκτορα στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο και στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου. Στο λεύκωμα, «…Ιούς, Μανιούς, ίσως και Aqua Marina» και στα «Γράμματα από το Παρίσι στον Ανδρέα Εμπειρίκο (1946-1947) Και άλλα ανέκδοτα ποιήματα και πεζά της ίδιας περιόδου» παρουσιάζεται η ενδελεχής αναζήτηση του ακαδημαϊκού γύρω από την ποιήτρια και δίνεται συγκεντρωμένο το μεγαλύτερο μέρος του δημοσιευμένου έργου της. Στο «…Ιούς, Μανιούς, ίσως και Aqua Marina» μάλιστα, ο Δανιήλ χρονογραφεί τον βίο της Μάτσης με αφετηρία την οικογενειακή της ιστορία μέχρι τον θάνατο της με πλούσια βιβλιογραφία, ανέκδοτα και ερευνητικό υλικό.


Το Παρίσι αποτελεί ξεχωριστό κεφάλαιο, με τίτλο «1946-1972 Χαβιέρ Βιλατό και Κορνήλιος Καστοριάδης. Παρίσι — Αθήνα – Παρίσι». Στη Γαλλία η Μάτση ταξιδεύει ως υπότροφος μαζί με τον σύντροφό της, Ανδρέα Καμπά. Ωστόσο, όπως περιγράφεται, η ποιήτρια εκεί κοινωνικοποιείται και εντάσσεται σε διάφορους καλλιτεχνικούς κύκλους, ενώ συνάπτει σχέσεις με τον ανιψιό του Πικάσο, Χαβιέρ Βιλατό με τον οποίο συζούν έως το 1954. Ο Βιλατό αποτελεί σημαντική επίδραση για την ποιητική της Μάτσης, καθώς όπως δήλωσε η ίδια το 1984: «Και του Βιλατό η επιρροή [ήταν μεγάλη] το πόσο μου έμαθε το λυρικό λόγο, ενώ είναι ζωγράφος. Είχαμε πια μαζί μια γλώσσα… που έλεγα «πατάτα» και καταλάβαινε ότι θέλω να πω «ήλιο». Το λέω λίγο υπερβολικά τώρα, αλλά βλέπετε τι θέλω να πω: αλλάζαμε τα λόγια· εξ ου και η επιρροή στο Κρυφοχώρι…» Η γνωριμία της με τον Βιλατό, όπως διαπιστώνεται εκπληρώνει την επιθυμία της, όταν αιτήθηκε την χορήγηση της υποτροφίας, να αγγίξει «έναν Ματίς κι έναν Πικασό», να φτάσει την αυθεντικότητα.


Μάλιστα, σε συνέντευξη της στον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο για την Ελευθεροτυπία αναφέρει για την συνάντησή της με τον Πικάσο πως «ήταν μια εξαιρετική γνωριμία. Κι ήταν μεγάλος πια, με φοβερές γνώσεις κι έναν τρόπο σκέψης πάρα πολύ πρωτότυπο. Εκεί να δείτε ικανότητες: του φέρνει ο Τεριάντ ένα τεύχος του Verve να του δείξει κάτι αναλογίες και του λέει «μου το δίνεις;». Και κάθεται και γράφει μέσα σε τρεις ώρες ένα καταπληκτικό θεατρικό έργο. Ήταν μεγαλοφυία, με όλα τα στραβά κι όλα τα ελαττώματά του.» Η Μάτση έρχεται κοντά με τον στενό κύκλο του καλλιτέχνη και αλληλογραφεί έκτοτε με την Gilot, τη σύντροφό του, από το 1948 έως περίπου το 1961. Στη συνέχεια, γνωρίζει χάρη στον Πικάσο και τον Ματίς.



Οι συντροφιές της Μάτσης στο Παρίσι αν και επιβιώνει με περιορισμένους οικονομικούς πόρους, φέρεται να αναγνωρίζουν την αγάπη της για «τις μικρές πολύτιμες απολαύσεις που της έφερνε κάθε μέρα, και για τις οποίες ήταν πάντα διαθέσιμη».


Στη συνέχεια, η ποιήτρια συγκαταλέγεται στην ανθολόγηση του φιλέλληνα Robert Levesque, Domaine Grec 1930-1946, με είκοσι νεοέλληνες συγγραφείς, η οποία αν και ήγειρε αντιδράσεις αναφορικά με σχόλια του επιμελητή της, ενέταξε τη Μάτση δίπλα σε σημαντικούς δημιουργούς της περιόδου, όπως ο Ελύτης, ο Εγγονόπουλος και ο Γκάτσος, μια «κλίκα», όπως χαρακτηρίστηκε, ποιητών που είχαν ήδη από τότε εδραιώσει στέρεα τη θέση τους στα ελληνικά γράμματα.


Αργότερα, το 1948 η Μάτση δημοσιεύει τα ποιήματά της, «Psychanalyse» και «Tasemi» στο περιοδικό Les temps de la Poésie από τις εκδόσεις Guy Lévis Mano, τα οποία εν συνεχεία θα δημοσιευτούν και στη συλλογή Cinq Fois το 1949 στον ίδιο εκδοτικό οίκο, η οποία μάλιστα κοσμείται με χαλκογραφίες του Βιλατό.



Η Cinq Fois αποτελείται από πέντε ποιήματα γραμμένα στα γαλλικά. Στο λεύκωμα του Δανιήλ διαβάζουμε μάλιστα σχολιασμό για τη συλλογή από τον Αλέξανδρο Ξύδη, ο οποίος γράφει σε εφημερίδα της εποχής διαμαρτυρόμενος πως οι συντάκτες αφιέρωσαν λίγες μόνο γραμμές αναφορικά με την έκδοση του βιβλίου, «Τα πέντε ποιήματα του βιβλίου έκαναν, όπως αντιλήφθηκα στο πρόσφατο πέρασμά μου, πολλή εντύπωση στη Γαλλία, και μπορούν να θεωρηθούν από τ’ αξιολογότερα ποιήματα Ελληνίδας των τελευταίων χρόνων. Νομίζω πως δε βγήκαν άλλα σημαντικότερα απ’ το πρώτο βιβλίο της Ανδρέου. Πρόκειται για έργα με μιαν αμεσότητα, έναν πλούτο ευρημάτων και εικόνων, μιαν ευρεία διατύπωσι που μαρτυρούνε μεγάλη ποιητική ευαισθησία και ταλέντο όχι τυχαίο. Τολμώ να υποστηρίξω πως τα ποιήματά της είναι γεγονός μέσα στον κύκλο της σύγχρονης γαλλικής ποίησης που δεν παρουσιάζει πρόσφατα δείγματα ενός τόσο πηγαίου λυρισμού, μιας τόσο άμεσης συγκίνησης, που αποτελούν τη βαθύτερη ουσία μιας ποίησης που τελευταίος μεγάλος εκπρόσωπός της υπήρξε ο Απολλιναίρ κι έπειτ’ απ’ αυτόν στην υπερρεαλιστική τους περίοδο ο Ελυάρ ή ο Αραγκόν. Αν κι είναι γραμμένα γαλλικά, δε μπορεί να αμφιβάλλει κανένας πως είναι γεννημένα από ρίζα ελληνική. Τόσο απ’ την όλη φωτεινότητα του λυρισμού τους όσο κι απ’ τη χρήση συγκεκριμένων εικόνων, που μόνο όσοι ζήσανε την ελληνική θάλασσα μπορούν να τις διατυπώσουν με τέτοια συγκίνηση». Στη χρήση της γαλλικής γλώσσας αναφέρεται και η ίδια η ποιήτρια στη συνέντευξη της στον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο για την Ελευθεροτυπία, «Τα μεταφυσικά και τα φιλοσοφικά μου (γέλια) μου έρχονται στα γαλλικά. Συχνά ψάχνω μια λέξη στα ελληνικά και δεν τη βρίσκω.»


Επιπλέον, αξίζει να σημειωθεί πως μετά την έκδοση της Cinq Fois εκπομπή στο ελληνικό ραδιόφωνο αναμεταδίδει περικοπές του έργου στα ελληνικά με τη Μάτση να διατηρεί απομαγνητοφωνημένα στο αρχείο της τα κείμενα της εκπομπής υπό τον τίτλο «Emission».


Στη Γαλλία η Μάτση ασχολήθηκε επίσης με τη μετάφραση αρχαίων ελληνικών κειμένων και νεοελληνικής ποίησης. Κάνει έτσι διάφορες δημοσιεύσεις μεταφρασμένων έργων και μια μικρή ανθολογία με 24 ελληνικά τραγούδια σε γαλλική μετάφραση, τη Chants Populaires des Grecs, Guy Lévis Mao, Paris το 1951. Την ίδια χρονιά κυκλοφορεί και το Κρυφοχώρι στην Αθήνα από τις εκδόσεις Τετράδιο.


Στη συνέχεια, η Μάτση ασχολείται με την απόπειρα συγγραφής θεατρικών έργων και την ορθοπτική. Όταν περί το 1954 χωρίζει με τον Βιλατό διατηρεί μαζί του φιλικές σχέσεις και τακτική αλληλογραφία. Τον ίδιο χρόνο εκδίδεται από τον εκδοτικό οίκο Guy Lévis Mano στο Παρίσι η συλλογή La Frange des Mots αφιερωμένη σε εκείνον.


Για την επιλογή των γαλλικών, τη γλώσσα στην οποία η Μάτση φέρεται να αγαπά να γράφει, η ποιήτρια και φιλόλογος, Άντεια Φραντζή σε απόσπασμα που περιέχεται στο λεύκωμα αναφέρει τα εξής:


«Η Μάτση Χατζηλαζάρου υποδηλώνει, με την επιλογή της χρήσης της γαλλικής γλώσσας, καταρχήν, μια πρόθεση να επικοινωνήσει. Ωστόσο, το έργο της δεν απευθύνεται μόνο γενικά αλλά αφιερώνεται ειδικά· οι νέοι κοινωνικοί και συναισθηματικοί της όροι καθορίζουν, πιστεύω, τη μεταφορά της σε ένα άλλο γλωσσικό ιδίωμα. Αλλά και η σχέση της με τη γλώσσα, όπως αυτή δηλώνεται με το προγενέστερο έργο της, είναι μια σχέση με τη γλώσσα/ πηλό: πλαστική· μια σχέση με τη χρωματική ποιότητα της γλώσσας: εικαστική· μια σχέση με την ηχητική διαβάθμιση της γλώσσας: μουσική. Κυρίως, όμως, είναι μια σχέση με τη γλώσσα παιχνίδι: δοκιμή και δοκιμασία, όπως συμβαίνει σχεδόν μόνο στα παιδιά.»


Το 1958 η Μάτση επιστρέφει στην Αθήνα και εργάζεται για τον Ε.Ο.Τ. από τον Οκτώβρη του 1959 έως το 1964. Το 1965 φεύγει για δεύτερη φορά στο Παρίσι και εργάζεται στο κατάστημα του οίκου Βαράγκη σε διευθυντική θέση. Στη συνέχεια, όμως, το κατάστημα κλείνει και η Μάτση αντιμετωπίζει προβλήματα οικονομικά και υγείας, διατηρώντας ωστόσο ζωντανή την κοινωνική της ζωή και τις συντροφιές της με ανθρώπους της «παρισινής διανόησης».


Αξίζει, επιπλέον, να σημειωθεί πως το 1969 στο περιοδικό Les Temps Modernes δημοσιεύονται μεταφράσεις της Μάτσης νεότερων ποιητών, του Μανόλη Αναγνωστάκη, του Κώστα Κουλουφάκου και του Γιάννη Νεγρεπόντη: «Συγκεκριμένα μεταφράζει αποσπάσματα του ποιήματος «L’ Ennemi», [= «Ο Εχθρός»] του Κ. Κουλουφάκου, το ποίημα «La Decision» [= «Η Απόφαση», Η συνέχεια 3] του Μανόλη Αναγνωστάκη και τα ποιήματα «Notre Pays» και «Ce Pays» [= «Η χώρα μας», «Αυτή η χώρα», Δωρήματα] του Γιάννη Νεγρεπόντη.»


3.      Τα αληθινά κορίτσια δεν χάνονται ποτέ…


«Γεννήθηκε δεν ξέρω πού. Έζησε, όπως κι εγώ στην Κατοχή. […] Χάθηκε μες στην κατεστραμμένη Ευρώπη -τότες που η Ελλάδα ήταν Ελλάδα και η Ευρώπη, Ευρώπη. Χάθηκε… που λέει ο λόγος. Γιατί τα αληθινά κορίτσια, δεν χάνονται ποτέ. Δεν τα αρπάζει ο καιρός. Ξανάρχονται με τη μορφή βιβλίων, προσευχών και τραγουδιών…». Με αυτά τα λόγια γνωρίζει ο Μάνος Χατζιδάκις, μέσα από το Τρίτο Πρόγραμμα, τη Μάτση Χατζηλαζάρου.


Στα «Γράμματα από το Παρίσι στον Ανδρέα Εμπειρίκο (1946-1947) και άλλα ανέκδοτα ποιήματα και πεζά της ίδιας περιόδου» που κυκλοφορεί από την «Άγρα», σε επιμέλεια Χρήστου Δανιήλ περιλαμβάνεται η αλληλογραφία της Μάτσης με τον Ανδρέα Εμπειρίκο, ενώ εκείνη βρίσκεται στη γαλλική πρωτεύουσα. Μαζί με την εξέλιξη της σχέση τους παρατηρεί κανείς και τον νόστο της ποιήτριας: «Το ρωμέικο εξακολουθεί να μου λείπει, ίσως λιγότερο έντονα και υστερικά -νομίζω ότι το κλίμα και η φύση είναι στη βάση όλου του κακού (γιατί κακού;), νομίζω πως αν βρισκόμουνα στην Ελλάδα άνοιξη και καλοκαίρι, από αυτή την άποψη θα ήτανε η ειρήνη», γράφει στον Εμπειρίκο στις 26 Απριλίου του 1946.


Από το Παρίσι η Μάτση Χατζηλαζάρου γράφει στον Εμπειρίκο και στη δεύτερη σύζυγό του, Βιβίκα. Παρά το γεγονός πως η προσωπική τους σχέση μπορεί να μην υπάρχει, υπάρχει όμως το ενδιαφέρον και η εμπιστοσύνη: «Διεκόπη το γράμμα, εν μέρει λόγω κακοκαιρίας, προπάντων ψυχικής. Δεν ξέρεις τι αγώνες έχω κάνει τελευταίως pour ne pas etre submergee [για να μην είμαι υποταγμένη, κυριευμένη] από το αιώνιο γνωστό μου σαράκι. Αν καμιά μέρα το υπερνικήσω αυτό, θα γίνω ίσως μια πολύ καλή και ήρεμη γυναίκα. Μονάχα εσύ καταλαβαίνεις ίσως τι βαθύς και απέραντος καημός είναι αυτός. (…) Η Βιβίκα μου έγραψε ένα γλυκύτατο γράμμα. Είσαι τυχερός – και αυτή συνδυάζει έναν κόσμο τετραδίου μικρού κοριτσιού με μια Μεσόγεια ωριμότητα και μια ρέμβη εις το βλέμμα όπως του Σηκουάνα.


Βλέπω ότι αυτή η τελευταία φράση με το βλέμμα της Βιβίκας θα με βοηθήσει να τελειώσω το ποίημά μου για τον Σηκουάνα, που μέρες τώρα με παιδεύει». Στο υστερόγραφο σημειώνει: «Εν τω μεταξύ όμως έλαβα μέσω πρεσβείας την Ενδοχώρα. Μα τι ωραία που είναι Αντρέα μου. Είναι ποίηση. Δεν ξέρεις πόσο υπερηφανεύομαι ότι μου είναι αφιερωμένη η Ενδοχώρα. Ας τη βλέπουνε οι νέοι την Ενδοχώρα και ας μάθουνε ότι αξίζει κανείς να γράφει μονάχα αν έχει αυτό το ποιητικό περίσσευμα που ξεχειλάει στο χαρτί – και να μη γράφουνε από σαχλαμάρα, όπως θα λιμοκοντόριζαν με μια αλυσίδα στο δάχτυλο (και στον εαυτό μου τα λέω αυτά – μονάχα θέλω να πιστεύω ότι σε μένα ανάμεσα από τις γραμμές ίσως φαίνεται, ότι ίσως καμιά μέρα γράψω.»


4.        Η Μάτση Χατζηλαζάρου στο σήμερα: σύγχρονες αναγνώσεις


Αν και κατά πως φαίνεται τη Μάτση δεν την ενδιέφερε ιδιαίτερα η υστεροφημία της, έλεγε άλλωστε, «Δεν γράφω για να με διαβάζουν στο μέλλον. Ποιος θα ενδιαφερθεί άλλωστε για μένα σε δέκα-είκοσι χρόνια;», στον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο, θα ήταν αδύνατον να αποτρέψει κανείς τον «μύθο» που δημιουργήθηκε γύρω από το όνομα, το έργο και την ιδιάζουσα προσωπικότητα της. Επιπλέον, θα ήταν —μάλλον εσκεμμένη— παράλειψη να αγνοήσει κάποιος πως η δυναμική μιας σχέσης δύο ταλαντούχων ανθρώπων, όπως αυτή της Χατζηλαζάρου με τον Εμπειρίκο, δεν θα μπορούσε παρά να επισυναφθεί με έναν τρόπο στην προσωπική τους μυθολογία, εξάπτοντας διαχρονικά το ενδιαφέρον σε ένα εύρος που εκτείνεται από την ακαδημαϊκή έρευνα στη showbiz.


Σε αυτήν την περίπτωση ωστόσο, η Μάτση Χατζηλαζάρου φρόντισε άθελά της ίσως να διαφοροποιηθεί από τον Ανδρέα Εμπειρίκο και να διεκδικήσει τη θέση της στα γράμματα δίπλα στους υπόλοιπους καλλιτέχνες της γενιάς του ‘30. Σε σχέση με άλλα συγγραφικά δίπολα κατάφερε να παραμείνει τόσο συνδεδεμένη όσο και ανεξάρτητη αναφορικά με τον δεύτερο σύζυγο της παρά τον ομολογουμένως επιδραστικό χαρακτήρα που είχε η σχέση τους για τη ζωή και το έργο της. Συνοπτικά, αυτό που κατάφερε λόγω της ποιητικής δεινότητας και της ισχυρής προσωπικότητας της ήταν να μην επισκιαστεί από έναν εξίσου δημιουργικό και ταλαντούχο άνδρα.


Η «Αντίστροφη Αφιέρωση» το τελευταίο ποίημα της Μάτσης Χατζηλαζάρου πριν πεθάνει και το οποίο θεωρείται κορυφαία στιγμή της ποιητικής της φέρεται να είναι αφιερωμένο στον Ανδρέα Εμπειρίκο:


«Για κείνον με την αντρίκια φωνή-ματιά και με χέρια μεγάλες φτερούγες που δεν τις ξεχνάω το απόγεμα είπες – τριάντα χρόνια σε περίμενα – κι ένιωσα πρώτη φορά «le vierge le vivace et le bel aujourd’hui» μετά έντονος αέρας αγάπης άνοιξε διάπλατα ένα παράθυρο μέσα μου και μπήκανε μεγάλες σταγόνες αγαλλίασης καθώς ο νοτιάς έστριβε βουίζοντας απ’ τη γωνιά της καρδιάς μου το σώμα είναι χώμα διψασμένο από σένα έμαθε τις πλημμύρες του έρωτα πολλά νομίζω θα μιλήσω τώρα πολλά που φύλαγα σε μια κρυψώνα θα τ’ απλώσω εδώ όσο μπορώ καλύτερα και ό,τι θέλει ας γενεί – στοές θα σκάψω κάτω πάνω μέσα απ’ τα λόγια – τι συνεννόηση θα ’χουμε αλλιώτικα – ήρθανε βλέπεις κι έδεσαν στις δικές μας σημαδούρες ξένοι με διαφορετικές γλώσσες – πως τρυπώνω τα χέρια μου παραμάσχαλα αναμένοντάς σε τις νύχτες όταν κρυώνω – έτσι αυτή τη στιγμή έχωσα εδώ και θα χώνω αλλού λέξεις κλεμμένες ή δικές μου που σου αρέσανε για να σε χαϊδεύει η μουσούδα του γραφτού μου πάλι ό,τι βρω δικό σου θα το φάω θα το τραγανίσω θα το καταπιώ ώσπου μιαν ώρα μες στο λιοπύρι θα μου βγει αχνός ίδρωτας πάνω απ’ το στόμα θα ’θελα ν’ ακουμπήσω δίπλα σου κι άλλα της εκλογής μου – μέρη μέρη διάσπαρτα με ασφόδελους ή μεγάλες άγριες μαργαρίτες και πιο πέρα έναν τεράστιο κέδρο του Λίβανου αλλού πάλι να ’χει αμμόλοφους με σπόνδυλους από δωρικές κολόνες αραδιασμένους χάμω θα’ σου έρθει κείνο το κυβικό κλουβί που σου’ χω τάξει με μικρά κόκκινα γαρίφαλα μέσα να πετάνε πέρα δώθε τραγουδώντας φλογερά και σαν λαχανιάζω από τον πολύ οίστρο θα’ θελα τότε οι κουβέντες μου να’ ναι για σένα ξόμπλια όμοια με πέρδικας φτερά – θα’ θελα μερικά από τ’ αστεία που μαζί ξαναφέρναμε (α εκείνες οι συμπαιγνίες) να χαμογελάνε ακόμα με λακκούβες στην άκρη των χειλιών – θα’ θελα να είχαμε πάει οι δυο μας στην πόλη άλλοθι όλων των σύννεφων – θα’ θελα όταν τα σανίδια κάτω στο πάτωμα τρίζουνε ξαφνικά τη νύχτα την ίδια ώρα που τα έπιπλα και η κασέλα αντιλαλούν – θα’ θελα να δημιουργείται το γνωστό έργο της συγκεκριμένης μουσικής που λέγεται «κοντσέρτο για έναν άνθρωπο μόνο» – θα ’θελα εσένα που η καρδιά σου πιάνει από την διώρυγα του Μπέριγκ μέσα απ’ όλη τη Ρωσία και απ’ το φαράγγι Λονδίνο Παρίσι Γενεύη για να φτάσει ως το Αιγαίο


– θα ’θελα όποιοι και να ’ναι οι πόθοι που έχεις να σου τους φέρνει ο γέρο άνεμος μπροστά σου εκεί που στέκεις να πέφτουνε βροχή όπως τα βατράχια τα σαλιγκάρια και άλλα μικρά ζώα που μας έρχονται έτσι από μακρινές περιοχές υπερπόντιες να σε κοιτάει ο κόσμος και να σαστίζει βλέποντας τον εσαεί ευδαίμονα άντρα μαζί δεν λέγαμε ότι για την τύχη μας οι πόθοι σαν χορταίνουν άλλους πόθους γεννάνε

θα’ θελα μα πόσο θα’ θελα ναι θα’ θελα αμέσως τώρα τώρα θέλω να ξεμαλλιάσω λίγο τη σύνταξη για να σε τραγουδήσω όπως έμαθα στο Παρίσι

εσένα σ’ έχω Δεινόσαυρο από τους πιο εκπληκτικούς

εσένα σ’ έχω βότσαλο φρούτο απαλό που τ’ ωρίμασε η θάλασσα σ’ ερωτεύω

σε ζηλεύω σε γιασεμί

σε καλπασμό αλόγου μες στο δάσος το φθινόπωρο με φοράω νέγρικο προσωπείο για να μας θέλεις εσύ με κεντρίζεις μεταξένια άσπρο μου κουκούλι

με κοιτάζεις πολύ προσεκτικά

tu m’ abysses tu m’ oasis

je te gougouch

je me tombeau bientôt

εσένα σ’ έχω δέκα ανθρώπους του Giacometti

σ’ έχω κόνδορα καθώς απλώνεσαι πάνω από τις Άνδεις σ’ έχω θάλασσα γύρω τριγύρω από τα νησιά του Πάσχα εσύ σπλάχνο μου πως με γεννάς

σε μίσχος σε φόρμιγξ

με φλοισβίζεις

σε ζαργάνα α μ’ αρέσει

δυο κροταλίες όρθιοι στρίβουν και ξαναστρίβουν γλιστρώντας ο

ένας γύρω απ’ τον άλλο όταν σταματήσουν η περίπτυξή τους είναι το μονό- γραμμά σου

tu m’ es Mallarmé Rimbaud Apollinaire je te Wellingtonia

je t’ocarina

εγώ σε Τσεπέλοβο Πάπιγκο Ελαφότοπο

εγώ σε Βίκο με τα γιοφύρια του κει που διαβαίνει ο χρόνος σ’ έχω πει και ψέματα για να τους ξεγελάσουμε

εγώ σ’ έχω άρωμα έρωτα σ’ έχω μαύρο λιοντάρι

σε ονειροβάτησα μαζί μου ως το γκρεμό

εσέ ασύλληπτο θυμάμαι και τον ύπνο μου χάνω

εσύ μάχες και ένσαρκα άλογα του Uccello

εσύ δωρητής (δεξιά κάτω της εικόνας) εκείνου του μικρού κίτρινου αγριο-

λούλουδου

εσύ κένταυρου ζέση

εσύ συντεχνία ολάκερη που έργα ποιείς διαβαίνοντας εν τη

ανωνυμία je te ouf quelle chaleur tu m’ accèdes partout presque

je te glycine

εσύ φεγγάρι που ένα σύννεφο αναβοσβήνει

εσύ δε βαριέσαι παράτα το το σύμπαν έτσι που το’ χουμε αλαζονήσει

και δαύτο πώς να συναντηθούμε ποτέ

εσύ σε τρυφερό λόγο με το λόγο έτσι δεν είναι πες εσύ σελίδα μου

εσύ μολύβι μου ερμηνευτή μου

σε ανοίγω συρτάρια πώς γιατί δεν ήρθες τόσες φορές σε ξεμάκρυνα εγώ λέω τώρα

δίχως τέλος λυπάμαι

σε κρυάδα γνώρισες ποτέ την καρδιά μου σε μιαν έκπαγλη χρονιά ανταμώσαμε

σε ληστεύω από αλλουνού τα χέρια σε ακούω από δω από κει

σε σιωπώ μες στην απέραντη τρυφερότητα

σιγά σιγά να καταλαγιάσουμε όλα δεν τα’ χω πει… ΜΕ ΕΚΡΙΖΩΝΕΙΣ»


Το παιχνίδι των έμμεσων αφιερώσεων μεταξύ της Μάτσης Χατζηλαζάρου και του Ανδρέα Εμπειρίκου και ειδικά, η «Αντίστροφη Αφιέρωση» ενέπνευσε και άλλους σύγχρονες καλλιτέχνες. Το 2003 η Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου ανεβάζει την παράσταση «Αυτό που δεν τελειώνει: Ελληνική Ποίηση του 20ου αιώνα» σε σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού με τη Μαρία Ναυπλιώτου να απαγγέλει στίχους της από τις «Στοιχειώδεις Κλίσεις». Στη δεύτερη εκδοχή της παράστασης έναν χρόνο αργότερα η Ελένη Ρουσσινού αποδίδει απόσπασμα από την «Αντίστροφη Αφιέρωση». Επιπλέον, στην παράσταση «Μεσοπόλεμος» που παιζόταν το 2012 από τον θίασο Κανιγκούντα, στην κατοικία- μουσείο του ζεύγους Άγγελου και Λητώς Κατακουζηνού η ηθοποιός Σύρμω Κεκέ, σε μια από τις κορυφαίες στιγμές της παράστασης, φορώντας ένα άσπρο νυφικό, διπλωμένη στα δύο και παλλόμενη, κραύγαζε στίχους της ποιήτριας. Το έργο είχε ως αφετηρία κείμενα λογοτεχνών του Μεσοπολέμου.


Στην εποχή της, η Μάτση Χατζηλαζάρου θεωρήθηκε ανήθικη. Στη συνέντευξή της στον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο στην Ελευθεροτυπία το 1986 (η οποία είναι και η μοναδική δημοσιευμένη) αναφέρει τα εξής: «Όταν εγώ έγραψα το «Μάης Ιούνης και Νοέμβρης», οι μεγαλύτεροί μου με θεωρούσαν τελείως ανήθικη. (Σ.Τ: Ανήθικη ως προς τι;) Ήταν τα χρόνια του πολέμου. Το να ομολογείς τον έρωτά σου για έναν άντρα, με τον δικό μου άγνωστο τρόπο, θεωρείτο πολύ ανήθικο». Μετέπειτα, ωστόσο, η λυρικότητα ενός γυναικείου λόγου περί έρωτα θεωρήθηκε πρωτοπόρα, ένας ύμνος στη θηλυκότητα που συνυπάρχει πνευματικά και σαρκικά στα πάθη με τις ίδιες αντοχές και τον ίδιο πόθο με τον άνδρα.


Αποσπάσματα ποιημάτων της Μάτσης από τη συλλογή «Μάης Ιούνης και Νοέμβρης» συμπεριλήφθηκαν το 2018 στη στήλη «Ανομήματα» του Περιοδικού. Η στήλη δημιουργήθηκε το 2017 τη Σοφία Κολοτούρου, με στόχο να γνωρίσει στους αναγνώστες τον «χειραφετημένο γυναικείο ποιητικό λόγο» μέσα από ποιήματα, μικροκείμενα και αποσπάσματα από πεζά, στα οποία ο ή συγγραφέας προσπαθεί να προσεγγίσει τη γυναικεία υπόσταση.


Σημαντικό ρόλο στην καθιέρωση της Μάτσης στο πάνθεον των ποιητών της γενιάς του ‘30 και διαδραμάτισε και το βιβλίο της πανεπιστημιακού Άντειας Φραντζή, «Ερωτικές Μεταμορφώσεις. Αντίδωρο στη Μάτση Χατζηλαζάρου», το οποίο κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 1989 από τις εκδόσεις Πολύτυπο. Η Άντεια Φραντζή γράφει για τη Μάτση Χατζηλαζάρου, «Η ποίηση της Μάτσης Χατζηλαζάρου έχει γένος γιατί κυοφορεί διαρκώς το ποιήμα. Το γεννά και το ξαναγεννά κάθε φορά για να το κάνει πλήρες. Το οφείλει στο ανδρικό σπέρμα, μα το ορίζει ως γυναικεία φύση. […] η ποίηση της Μάτσης Χατζηλαζάρου δεν μπορεί να αυτονομηθεί πάνω στη σελίδα του βιβλίου παρά μόνο όταν κατανοηθεί ως ποίηση γένους θηλυκού.»


5.      Η πρώτη Ελληνίδα υπερρεαλίστρια


Η Μάτση Χατζηλαζάρου είναι αδιαμφισβήτητα μια δυναμική παρουσία των ελληνικών γραμμάτων και της δημιουργικής γενιάς του ‘30. Τα χρόνια που πέρασε στο Παρίσι της χάρισαν την ευκαιρία να έρθει κοντά στην «αυθεντικότητα», τον λυρικό και λυτρωτικό λόγο και να συνδεθεί με σημαντικές προσωπικότητες των τεχνών. Με αυτόν τον τρόπο, κατάφερε να αναδειχθεί ως η πρώτη Ελληνίδα υπερρεαλίστρια ποιήτρια. Η σχέση της με τον Ανδρέα Εμπειρίκο, κινούμενη σε μία πλατωνική και υπαρκτή διάσταση ταυτοχρόνως, κατάφερε να μετουσιωθεί σε ποιητικές μεταγραφές της γυναικείας υπόστασης στον έρωτα.


Μία κοινωνική προσωπικότητα, όπως αυτή της Μάτσης, δεν πέρασε σαφώς απαρατήρητη των μέσων της εποχής, μα συνάμα και των σύγχρονων, αντανακλώντας το ενδιαφέρον —που συχνά καταλήγει αναγκαιότητα— για μια αναλυτική μυθολογία γύρω απ’ τους σημαντικούς καλλιτέχνες. Παραδόξως και ίσως, άθελά της θεωρείται πλέον και παρουσιάζεται από πολλούς ως σύμβολο ερωτευμένης γυναίκας, πλην όμως χειραφετημένης με δεινότητα στον λόγο και ισχυρή προσωπική στοχοθεσία καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής της. Μια γυναίκα η οποία αγαπήθηκε και αγάπησε πολύ και ενσαρκώνει διαχρονικά τη θηλυκότητα πηγαία και ανεπιτήδευτα.


Καταλήγοντας, παρατίθεται κάτωθεν αυτούσιο το κείμενο του Νάνου Βαλαωρίτη όταν πληροφορήθηκε για την έκδοση του λευκώματος «…Ιούς, Μανιούς, ίσως και Aqua Marina, Μάτση Χατζηλαζάρου, Η πρώτη Ελληνίδα υπερρεαλίστρια» από τον Χρήστο Δανιήλ με το οποίο προσφέρθηκε να συνεισφέρει στην έκδοση.


«Για τη Μάτση

Για τη Μάτση Χατζηλαζάρου δεν έχω πολλά να πω -κυρίως ότι τη γνώρισα ίσως λίγο πριν απ’ την κατοχή με τον Ανδρέα Εμπειρίκο- και κατόπιν στην κατοχή τις Πέμπτες στου Εμπειρίκου όταν μαζευόμαστε ο Ελύτης, ο Γκάτσος, ο Εγγονόπουλος, ο Σαχτούρης, ο Κακναβάτος, ο Παπαδίτσας, ο Λίκος κι εγώ, για να διαβάσουμε ποιήματα. Είχε μια διακριτική παρουσία.

Αργότερα όταν έφυγε με τον Καμπά στο Παρίσι, την ξανασυνάντησα, τούτη τη φορά με τον ανεψιό του Πικάσο, τον Javier Vilato ένα καλοκαίρι όταν ήμουν εκεί για διακοπές απ’ το Λονδίνο. Πρέπει να ομολογήσω ότι έκτοτε ενώ δημοσιευόμαστε δίπλα δίπλα στα περιοδικά Τα Νέα Γράμματα και στο Τετράδιο, δεν παρακολουθούσα διόλου τη ζωή της. Εγώ φευγάτος στο Λονδίνο, εκείνη στο Παρίσι και κατόπιν στην Ελλάδα. Εκεί την έβλεπα στο δρόμο, και παρόλο που κατοικούσε απέναντι μου, βλεπόμαστε σα ξένοι. Αυτό το παράξενο πράμα της αμηχανίας που έχει κανείς με τους ανθρώπους του παρελθόντος, με τους οποίους δεν διατηρήθηκε σχέση. Λυπάμαι πολύ γι’ αυτό.

Την ποίησή της γνώριζα άκρες μέσες απ’ το Μάης Ιούνης και Νοέμβρης και κατόπιν λίγο απ’ τα γαλλικά της ποιήματα, που μου είχε δώσει ο Αλέκος Ξύδης. Εξ αρχής δεν την θεωρούσα Υπερρεαλίστρια αλλά μάλλον λυρική ποιήτρια με την ευρύτερη έννοια, και με νεωτερική γραφή (ελεύθερος στίχος). Ότι είχε δεχτεί πυρά απ’ τους συντηρητικούς κριτικούς δεν το γνώριζα.

Πάντως εκ των υστέρων, είναι μια πολύ αξιόλογη ποιήτρια, και μάλιστα διακρίνω σε ορισμένα ποιήματά της μια επιρροή Μαντώ Αραβαντινού (οι επαναλήψεις, η πεζή αφηγηματικότητα, ο ρυθμός του ψαλμού). Μπορώ να πω ότι την αδίκησα, mea culpa, ίσως επειδή ο χρόνος μας χώρισε με τα αέναα ταξίδια μου. Για μια σωστή κριτική στον νεωτερικό ελληνικό λόγο, χρειάζεται μια αναθεώρηση της λυρικής έκφρασης, ασφαλώς στα περιθώρια και του Υπερρεαλισμού, αλλά και του ανανεωτικού λυρισμού της περιόδου του 1944-1985, όπως εμφανίζεται στο συνολικό της έργο.

Με πολύ αγάπη εκ των υστέρων.

Νάνος Βαλαωρίτης»


Βιβλιογραφία

  1. Βογιατζόγλου, Αθηνά. “Μια σημαντική ερωτική ποιήτρια” avgi.gr, http://www.avgi.gr/article/10812/7099786/mia-semantike-erotike-poietria. Ανακτήθηκε 27 Ιουλίου 2020.
  2. Δανιήλ, Χρήστος…. Ιούς, Μανιούς, Ίσως και Aqua Marina, Μάτση Χατζηλαζάρου, Η

πρώτη ελληνίδα υπερρεαλίστρια ποιήτρια. Τόπος, 2011

—. Γράμματα από το Παρίσι στον Ανδρέα Εμπειρίκο (1946-1947) Και Άλλα Ανέκδοτα Ποιήματα και Πεζά της Ίδιας Περιόδου, Άγρα, 2013

  • Γιαννάκη, Ειρήνη. “ «Tu m’ abysses. Tu m’ oasis»: Αντίστροφη αφιέρωση. Το τελευταίο ποίημα της Μάτσης Χατζηλαζάρου.” lifo.gr, https://www.lifo.gr/team/lotuseater/31368, Ανακτήθηκε 27 Ιουλίου 2020.
  • Κολοτούρου, Σοφία & Γεωργόπουλος Νίκος. “Ανομήματα | Μάτση Χατζηλαζάρου
  • Στην Σ. Χ. / Mάης, Ιούνης και Νοέμβρης (Στον Ανδρέα )” toperiodiko.gr,

h ttps://www.toperiodiko.gr/%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%AE%CE

% BC%CE%B1%CF%84%CE%B1-%CE%BC%CE%AC%CF%84%CF%83%CE%B

 -%CF%87%CE%B1%CF%84%CE%B6%CE%B7%CE%BB%CE%B1%CE%B6%

C E%AC%CF%81%CE%BF%CF%85/#.Xx7igvgzaT8

Όλες οι φωτογραφίες προέρχονται από το λεύκωμα του Χρήστου Δανιήλ “…Ιούς, Μανιούς, Ίσως και Aqua Marina, Μάτση Χατζηλαζάρου, Η πρώτη ελληνίδα υπερρεαλίστρια ποιήτρια