Criticism

Κείμενα και Κριτική

Η Μαρία Παπαδημητρίου και Το Παράθυρο στην Διαφορετικότητα

Η Μαρία Παπαδημητρίου και Το Παράθυρο στην Διαφορετικότητα

Κριτική Τέχνης December 17, 2020

της Μαρίας-Ελένης Καποτά

Η καλλιτέχνης και καθηγήτρια στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Μαρία Παπαδημητρίου παρουσιάζει τρία στιγμιότυπα της ζωής στην περιφέρεια, στο υπόγειο του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης (ΕΜΣΤ).

Στο υπόγειο του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης (ΕΜΣΤ) η Μαρία Παπαδημητρίου παρουσιάζει τρία έργα, αναπόσπαστα μέρη του πρότζεκτ T.A.M.A (προσωρινό αυτόνομο μουσείο για όλους). Το συγκεκριμένο πρότζεκτ ξεκίνησε από την ίδια την καλλιτέχνη τη δεκαετία του ’90, μετά από επίσκεψή της στη συνοικία Αυλίζα της Αττικής (Δημητρακοπούλου, 2014). Πώς βρέθηκε όμως εκεί; Συγκεκριμένα, η Παπαδημητρίου αναφέρει στη Δημητρακοπούλου (2014) του Vice:

«…η φίλη μου η Κατερίνα έψαχνε να βρει παλιά έπιπλα, και έτσι πήγα μαζί της στην Αυλίζα που υποτίθεται ότι ήταν η πηγή του επίπλου. Κάνοντας βόλτες εκεί, ανακάλυψα έξω από μια καλύβα δυο πολυθρόνες που τους έλειπε ένα χερούλι, κάνοντάς τες να μοιάζουν με έργο του Martin Kippenberger, και τις έβγαλα φωτογραφία. […] οπότε έβγαλα όλες αυτές τις φωτογραφίες και ήμουν τρομερά ενθουσιασμένη.»

Έτσι, επαναπροσδιόρισε τα αντικείμενα της καθημερινότητας των Ρομά που ζούσαν εκεί και τα σύστησε ως έργα τέχνης. Παράλληλα, κήρυξε την Αυλίζα ένα ανοιχτό μουσείο για όλους. Αυτή η πληροφορία είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς μας αποκαλύπτει το πώς νοεί τελικά η καλλιτέχνης το πρότζεκτ, αλλά και τα ίδια τα έργα που εντάσσονται σε αυτό. Το T.A.M.A, η ψυχή της καλλιτεχνικής της ταυτότητας, είναι ένα είδος διαλόγου μεταξύ διαφορετικών κοινωνικών ομάδων.

Οι τρεις φωτογραφίες που εκτίθενται στο ΕΜΣΤ τραβήχτηκαν στα τέλη της δεκαετίας ’90 – αρχές ’00, αποτελούν εκτυπώσεις Lambda Duraflex και είναι μεγάλες σε μέγεθος. Τα χρώματα είναι ζεστά και έτσι αποδίδουν μια αίσθηση θαλπωρής αλλά και ενός περιβάλλοντος όπου, παρά την ανέχεια, η αισιοδοξία δεν απουσιάζει. Τα χρώματα κυριαρχούν ιδιαίτερα στην πρώτη και στην τρίτη εικόνα, γεγονός το οποίο δεν παραξενεύει, εάν αναλογιστούμε πως αυτό αποτελεί μέρος της παράδοσης των Ρομά. Πρόκειται σίγουρα για στιγμιότυπα της καθημερινότητας στην περιφέρεια, όπου η ύπαρξη αυτών των ανθρώπων είναι φανερή.

Η πρώτη φωτογραφία αποτυπώνει ένα τοπίο της συνοικίας με εγκαταλελειμμένα αυτοκίνητα και αντικείμενα, μερικά από τα οποία καλύπτονται από χρωματιστές γούνινες κουβέρτες. Ο Καρουζάκης (2011), ο οποίος έγραψε ένα άρθρο σχετικό με τη δουλειά της Παπαδημητρίου, αναφέρει πως «(οι πολύχρωμες κουβέρτες) παραδοσιακά στοιβάζονται σε έναν σωρό στο κέντρο του τσιγγάνικου δωματίου».  Φαίνεται λοιπόν πως οι Ρομά, σαν εξωγήινα πλάσματα, γέμισαν τον χώρο που τους δόθηκε για προσωρινή διαμονή με κομμάτια της ιδιαιτερότητάς τουςˑ κομμάτια τα οποία παραξενεύουν, όπως και οτιδήποτε ξένο στο πλαίσιο της «κανονικότητας» εντός της οποίας ζούμε. Όμως, αφού η Αυλίζα βρίσκεται μακριά από τις γειτονιές και τους δρόμους μας, τότε δεν τίθεται ζήτημα ανησυχίας (σωστά;).

1. Μαρία Παπαδημητρίου, Χωρίς Τίτλο (από την σειρά T.A.M.A/ Temporary Autonomous Museum for All), 1999. Εκτύπωση Lambda σε Duraflex. Ανώνυμη δωρεά, 2018.

Στη δεύτερη φωτογραφία ένα αγόρι χαμογελάει προς την κάμερα και κρατάει δύο ξυλάκια σαν αυτοσχέδιες αντένεςˑ ένας ξένος, ένα παράσιτο (της κοινωνίας) με τις μεγάλες κεραίες του. Το γήινο σώμα του, τα γκρίζα ρούχα του, σε συνδυασμό με το παιδικό χαμόγελο, κάνουν τον επισκέπτη να νιώσει συμπόνια για το παιδί και έτσι  αποσπούν την προσοχή του από τις αντένεςˑ του ζητούν να το αποδεχτεί όπως είναι. Έτσι, το αγόρι ίσως συμβολίζει το διαφορετικό, που πασχίζει να ενσωματωθεί στην κοινωνία χωρίς όμως να θυσιάσει την ιδιαιτερότητά του.

2. Μαρία Παπαδημητρίου, Χωρίς Τίτλο (από τη σειρά T.A.M.A/ Temporary Autonomous Museum for All), 1998-2002. Εκτύπωση Lambda. Δωρεά Λεωνίδα Ιωάννου, 2018.

Στην τρίτη (και αγαπημένη μου) φωτογραφία βλέπουμε ένα γαλάζιο αγροτικό, πάνω στο οποίο μεταφέρεται ένα έπιπλο.  Το αγροτικό καταλαμβάνει ολόκληρη την εικόνα σαν ένας καθαρός ουρανός και, σε συνδυασμό με το έπιπλο που μεταφέρει, συμβολίζει πιθανώς τη μετακίνηση –χαρακτηριστικό της παράδοσης των Βλαχορουμάνων–, τη μεταφορά των ονείρων. Ίσως όμως το ονειρικό αυτό μεταφορικό μέσο να συμβολίζει και την επιθυμία των Ρομά να μεταναστεύσουν, όπως τα αποδημητικά πουλιά, σε ένα άλλο μέρος, μακριά από την Αυλίζα.

3. Μαρία Παπαδημητρίου, Χωρίς Τίτλο (από την σειρά T.A.M.A/ Temporary Autonomous Museum for All), 1999. Εκτύπωση Lambda σε Duraflex. Ανώνυμη δωρεά, 2018

Αλλά ας μην ξεχνάμε πως και τα τρία έργα αποτελούν μέρος του T.A.M.A. και πως απώτερος σκοπός της τέχνης της Παπαδημητρίου είναι οι Ρομά και η ιδιαιτερότητά τους να καταστούν αναπόσπαστο κομμάτι της σύγχρονης κοινωνίας (Δημητρακοπούλου, 2014). Η πρωτοτυπία είναι πως η Παπαδημητρίου μέσα από τις φωτογραφίες της παρουσιάζει μια άλλη πλευρά αυτών των ανθρώπων, στοιχεία της κουλτούρας τους δηλαδή, η οποία διαφέρει αρκετά από τις συσχετιζόμενες στερεοτυπικές αντιλήψεις της δυτικής κοινωνίας. Οι Ρομά, μέσα από τα τρία αυτά έργα, φαντάζουν λιγότερο απειλητικοί. Εντούτοις, δεν είναι παράδοξο το πώς η κοινωνία μας στερεί από τον εαυτό της το παιδικό χαμόγελο, το χρώμα, την ανεμελιά τους;

 Το τοπίο της Aυλίζας στις φωτογραφίες παρουσιάζεται σαν ένα μέρος αποκομμένο από τον σύγχρονο πολιτισμό. Μέσα σε αυτό οι Ρομά, σαν ξένοι οργανισμοί, εξαπλώνονται στον χώρο, αφήνοντας πίσω τους χρώματα και αντικείμενα. Είμαστε όμως τόσο ανοιχτόμυαλοι ώστε να τους επιτρέψουμε να καταλάβουν και ένα αστικό τοπίο; Η δική μου ερμηνεία είναι πως μέσα από τα τρία έργα τίθεται το ζήτημα των ορίων αποδοχής του διαφορετικού. Η δυτική κοινωνία αποδέχεται το ξένο εξωστρακίζοντάς το σε μια μακρινή περιοχή, καθώς δυσκολεύεται να συνυπάρξει σε καθημερινή βάση μαζί του. Όπως έχει αναφέρει στο παρελθόν η καλλιτέχνης: «Μέχρι στιγμής οι Ρομά είτε ενσωματώνονται και χάνουν τα χαρακτηριστικά τους είτε θεωρούνται αποβράσματα της κοινωνίας κατά της πόλης» (Δημητρακοπούλου, 2014). Το μήνυμα λοιπόν των τριών έργων είναι και κοινωνικό[1]. Η Παπαδημητρίου το καταφέρνει αυτό με έναν έμμεσο και καλλιτεχνικό τρόπο, κάτι το οποίο καθιστά το μήνυμά της έντονο και ιδιαίτερο. Φαίνεται πως αυτοί οι άνθρωποι είναι αποδεκτοί (φαινομενικά τουλάχιστον) στην Αυλίζα. Αλλά τι γίνεται με την ύπαρξή τους ανάμεσά μας, εντός του «global village», έναν όρο τον οποίο η καλλιτέχνης έχει αναφέρει σε συνέντευξή της (Ρούτση, 2015); Αυτές τις σκέψεις μου εντείνει και η θέση των φωτογραφιών στο μουσείο.

Τα τρία έργα εκτίθενται στο υπόγειο του ΕΜΣΤ και σε μη περίοπτη θέση. Εγώ ξεκίνησα την περιήγησή μου στο μουσείο κινούμενη αρχικά προς τη δεξιά κατεύθυνση. Αναρωτιέμαι, όμως, πόσοι ακόμα θα επιλέξουν να κινηθούν προς τα δεξιά. Είναι ίσως λυπηρό το ότι τα έργα δεν εκτίθενται σε κάποιο άλλο σημείο. Εντούτοις, παρατηρώ πως πρόκειται για ένα διφορούμενο ζήτημα. Η θέση των φωτογραφιών ίσως θίγει πάλι το ζήτημα των ορίων. Δεχόμαστε την ιδιαιτερότητα εντός των κοινωνικών πλαισίων, εντός του μουσείου δηλαδή, αλλά δεν την τοποθετούμε σε ένα μέρος όπου ο επισκέπτης θα αναγκαζόταν να την περιεργαστεί. Θα μπορούσε λοιπόν η θέση των φωτογραφιών στο μουσείο να αντικατοπτρίζει και τη θέση των Ρομά στην Αυλίζα, όπως και πολλών άλλων ομάδων που έχουν γκετοποιηθεί. Από την άλλη, τα έργα της Παπαδημητρίου εκτίθενται μαζί με αυτά των Ανδρέα Αγγελιδάκη και των Young-hae Chang and Marc Voge (YOUNG-HAE CHANG HEAVY INDUSTRIES). Αυτό που ενώνει τους συγκεκριμένους καλλιτέχνες είναι το γεγονός πως η δουλειά τους σχολιάζει τα κοινωνικοπολιτικά δρώμενα, την έννοια της ταυτότητας. Μήπως λοιπόν το υπόγειο συμβολίζει τη βάση της κοινωνίας, όπου τα έργα αυτών των καλλιτεχνών ανατρέπουν τις απόψεις μας περί κοινωνικών στεγανών; Μήπως για να μπορεί να λέγεται κανείς σύγχρονος και αξιόλογος άνθρωπος πρέπει να ξεκινήσει πρώτα από τη βάση της κοινωνίας και στη συνέχεια να ανέβει (χρησιμοποιώντας τις κυλιόμενες σκάλες) στους υπόλοιπους ορόφους της κοινωνίας/του μουσείου;

Κλείνοντας, λοιπόν, θα ήθελα να τονίσω πως τα έργα της Μαρίας Παπαδημητρίου έχουν σκοπό να περάσουν ένα κοινωνικό μήνυμα, σε μια εποχή που η αποδοχή του διαφορετικού συνεχίζει να παρουσιάζει όρια. Οι τρεις φωτογραφίες που εκτίθενται στο ΕΜΣΤ αποτυπώνουν εκείνα τα χαρακτηριστικά των Ρομά που τους οδηγούν στην αποξένωσή τους από τη δυτική κοινωνίαˑ αναγνωρίζονται σαν ξεχασμένα αντικείμενα, τοποθετούνται σε αποθήκες, απόμακρα μέρη και υπόγεια. Από την άλλη, είναι αυτά τα ίδια ακριβώς χαρακτηριστικά που καθιστούν αυτούς τους  ανθρώπους αξιοθαύμαστους, διαφορετικούς και όμορφους, ιδιαίτερα εντός του πλαισίου του «παγκόσμιου χωριού». Τα άτιτλα έργα της Παπαδημητρίου αναδεικνύουν χαρακτηριστικά και αξίες των Ρομά –την παιδική αθωότητα, την πληθωρικότητα, την ελευθερία– τα οποία η σύγχρονη κοινωνία έχει απορρίψει για χάρη της τεχνολογίας, της παγκοσμιοποίησης και της φαινομενικής ομοιογένειας. Μήπως λοιπόν είναι καιρός να αναδείξουμε και να αγκαλιάσουμε φανερά το διαφορετικό;

Πηγές-Βιβλιογραφία

Ελληνόγλωσση

Δημητρακοπούλου, Σ. (2014, Οκτώβριος 24). «Πέρασα δύο Πέρασα Δυο Μέρες με την Μαρία Παπαδημητρίου που θα Εκπροσωπήσει την Ελλάδα στην 56η Μπιενάλε». [Vice.com/gr. [διαδικτυακή ιστοσελίδα]]. Ανακτήθηκε από: https://www.vice.com/gr/article/d7gn4z/maria-papadimitriou-synenteyksi-eikastikos. Προσπέλαση στις: 2/05/20

Καρουζάκης, Γ. (2011, Μάιος 26). «Με την ματιά των Τσιγγάνων». [Enet.gr. [διαδικτυακή ιστοσελίδα της εφημερίδας «Ελευθεροτυπία»]]. Ανακτήθηκε από: http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=278749. Προσπέλαση στις: 27/04/20

Παπαδοπούλου, Κ. (2014, Οκτώβριος 1). «Ο καιρός των Τσιγγάνων». [Propaganda.gr [διαδικτυακή ιστοσελίδα]]. Ανακτήθηκε από: https://m.popaganda.gr/art/o-keros-ton-tsinganon/. Προσπέλαση: 29/04/20

Ρούτση, Α. (2015, Απρίλιος 22). «Η Μαρία Παπαδημητρίου και τα «Αγριμικά» της». [ελculture.gr. [διαδικτυακή πλατφόρμα]].  Ανακτήθηκε από: https://www.elculture.gr/blog/article/i-maria-papadimitriou-ke-ta-agrimika-tis-sto-elculture-gr/. Προσπέλαση: 2/05/20


[1] Σε συνέντευξή της στο m.popaganda.gr, η Μαρία Παπαδήμητρίου αναφέρει σε απάντησή της σε ερώτηση της δημοσιογράφου πως «Το έργο μου έτσι και αλλιώς διαπραγματεύεται την κοινωνική πραγματικότητα και κυρίως την κοινωνική πραγματικότητα μέσα από την καθημερινότητα.» (Παπαδοπούλου, 2014)