Criticism

Κείμενα και Κριτική

Απέραντη θλιμένη Ανταρκτική

Απέραντη θλιμένη Ανταρκτική

Ελληνικό τραγούδι Λογοτεχνία και ΜΜΕ October 20, 2022

της Κατερίνας Τσώλου



Το κομμάτι “Απέραντη Θλιμμένη Ανταρκτική” εμφανίστηκε για πρώτη φορά στον δίσκο των
Διάφανων Κρίνων με τίτλο “Έγινε η απώλεια συνήθειά μας” του 1996. Τα Διάφανα Κρίνα είναι ένα ελληνικό ροκ συγκρότημα που δραστηριοποιούνταν για διάστημα περίπου δέκα χρόνων στην εγχώρια μουσική σκηνή με κεντρικό τραγουδιστή και εκπρόσωπο τους τον Θανάση Ανεστόπουλο. Ο πρώτος τους δίσκος “Έγινε η απώλεια συνήθειά μας” περιλαμβάνει δεκατέσσερα κομμάτια, τα οποία αποτελούν μια ελεγεία στον πόνο και την μοναξιά που πηγάζουν από τον έρωτα και τον θάνατο.
Η “Απέραντη Θλιμμένη Ανταρκτική” θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ροκ ποίηση που ανάγεται στην αισθητική επιβεβαίωση του θανάτου, η οποία στηρίζεται στο αξίωμα πως αφού θα πεθάνουμε, τουλάχιστον ας δημιουργήσουμε. Το κομμάτι αντλεί στοιχεία από τον νεορομαντισμό, εκφράζοντας την θλίψη για έναν μοιραίο έρωτα που έληξε άδοξα και μια νοσταλγία για το παρελθόν, ενώ συνδέεται και με το παρακμιακό κίνημα, εκφραστής του οποίου θεωρείται ο Μπωντλαίρ με την ποιητική του συλλογή “Τα άνθη του κακού”. Η συγκεκριμένη συλλογή εστιάζει στην εικονολογία της πόλης, του παράξενου, του ανήθικου (όπως η πορνεία) και τη γραφικότητα και ωραιοποίηση του θανάτου (Wikipedia, Παρακμιακό κίνημα).
Αποτελείται από τέσσερις τετράστιχες στροφές όπου στις τρείς πρώτες εντοπίζουμε πλεχτή
ομοιοκαταληξία, καθώς ο πρώτος στίχος με τον τρίτο και ο δεύτερος με τον τέταρτο έχουν κοινές καταλήξεις. Μόνο στην τελευταία στροφή δεν απαντάται το σχήμα της ομοιοκαταληξίας, αλλά αντιθέτως έχουμε ελεύθερο στίχο, με τις συλλαβές να μην ακολουθούν μια συγκεκριμένη φόρμα, χωρίς όμως η στροφή να χάνει την εσωτερική της ρυθμικότητα. Επιπλέον, παρατηρούμε μια επαναληπτική χρήση τοπικών επιρρημάτων, με κύρια την επανάληψη του τοπικού επιρρήματος “εκεί” και λιγότερο την επανάληψη του επιρρήματος “μέσα” και “παντού”. Ακόμη, στον τελευταίο στίχο από όπου αντλεί και το κομμάτι τον τίτλο του, βλέπουμε ότι η Ανταρκτική προσωποποιείται, με τον προσδιορισμό “θλιμμένη”, ο οποίος συνήθως χρησιμοποιείται για να περιγράψει την συναισθηματική κατάσταση ενός ατόμου.
Ο ερμηνευτής απευθύνεται σε μια άγνωστη που κάποτε είχαν σχέση, λέγοντάς της πως όπου και αν τον αναζητήσει, “μέσα σε μπαρ που αυτοκτονούν θαμώνες”, “εκεί που οι νεκροί στριφογυρίζουν στον ύπνο τους”, “σε τραγούδια της αγάπης, του χαμού”, αυτός θα βρίσκεται πάντα “μέσα στα μάτια της που αστράφτει μια απέραντη θλιμμένη ανταρκτική”. Μέσω μιας σειράς λέξεων και εκφράσεων που αναφέρονται στον χαμό και την απώλεια, γίνεται φανερή στο κομμάτι μια σύζευξη του έρωτα με τον θάνατο. Σύμφωνα με τον Ζωρζ Μπατάιγ “Ο ερωτισμός είναι η μέχρι θανάτου επιδοκιμασία της ζωής”. Ο Γάλλος στοχαστής στα δοκίμιά του συνδέει τον ερωτισμό με τον θάνατο, καθώς οι άνθρωποι αποτελούν οντότητες ξεχωριστές και μοναχικές που επιζητούν μέσω της ερωτικής ένωσης να καλύψουν το κενό που τους προκαλεί η απώλεια της αλληλουχίας, της σύνδεσης με τους άλλους. Οι άνθρωποι υποφέρουν οδυνηρά λόγω της φθαρτότητας και της ατομικότητάς τους, ενώ συνάμα έχουν μια έμμονη ιδέα μιας αρχικής αλληλουχίας που τους συνδέει με το είναι (Βακουφτσής, 15 Οκτωβρίου 2013). Μέσω της σεξουαλικής πράξης η ασυνέχεια
αυτή καταρρίπτεται, με τον άνθρωπο να ανοίγει προς τον άλλον και προς τον κόσμο,
επιτυγχάνοντας έτσι τον μέγιστο βαθμό συνέχειας, που του φέρνει ωστόσο μια γεύση θανάτου.
Κατά την διάρκεια της ερωτικής πράξης, η υπέρβαση των ορίων του ατομικού εγώ και η διάχυση του ενός μέσα στον άλλον, συντελούν στον “μικρό θάνατο”, που προαναγγέλει και προοικονομεί τον πραγματικό. Η ερωτική πράξη λαμβάνει έτσι το χαρακτήρα μιας τελετουργικής θυσίας, στο πλαίσιο της οποίας ο ερωτισμός συνδέεται με το ιερό μέσω του «θανάτου» της ατομικής ταυτότητας και της υπέρβασης (Κώτσιου, 26 Ιανουαρίου 2014).
Το κομμάτι χαρακτηρίζεται, επίσης, από μια αβέβαιη τοπικότητα, η οποία εντοπίζεται στην έντονη επανάληψη σε κάθε στοίχο του τοπικού επιρρήματος “εκεί”. Ο τόπος δεν προσδιορίζεται επακριβώς, το “εκεί” παραμένει ασαφές μέχρι που οδηγούμαστε σε μια κορύφωση στην τελευταία στροφή με το τοπικό επίρρημα “παντού”, που καθιστά ακόμη πιο αχανές τον προσδιορισμό του τόπου. Στον τελευταίο στίχο μας δίνεται μια απάντηση, και αυτή, ωστόσο, προσεγγίζοντας την αποδομιτικά, παραμένει ασαφής, καθώς η Ανταρκτική ανάγεται γραμματικά ως αντί της αρχής, υποδηλώνοντας την παρουσία που έχει πια χαθεί. Ο ερμηνευτής, επηρεασμένος από το κίνημα της ψυχογεωγραφίας, ενσωματώνει τις όψεις του ψυχικού του κόσμου στο εξωτερικό τοπίο που τον περιβάλλει , συνδέοντας την μνήμη του παρελθόντος με το εκάστοτε τοπίο στο οποίο αναφέρεται.
Όλο το κομμάτι χαρακτηρίζεται από μια απογοήτευση για την ζωή και μια αβεβαιότητα της
υπόστασης των πραγμάτων. Κυρίαρχο είναι το συναίσθημα της κατάθλιψης και ματαιότητας του έρωτα, με τον τραγουδιστή να αναζητεί νόημα και απαντήσεις σε έναν κόσμο που είναι άνευ νοήματος. Τελικά, το ερώτημα που αναδύεται και παραμένει μέχρι το τέλος του κομματιού είναι το εξής “Τι συμβαίνει μετά το τέλος του έρωτα;”.

Δικτυογραφία
Ελληνόγλωσση
Βακουφτσής Κ. (2013), “Ο ερωτισμός του Ζωρζ Μπατάιγ”, Ανακτήθηκε 18 Μαϊου 2021 από:
https://kostasvakouftsis.blogspot.com/2013/10/eroticism-by-georges-bataille.html?spref=fb
Κώτσιου Ν. (2014), “Ερωτισμός και θάνατος”, Ανακτήθηκε 18 Μαϊου 2021 από:
https://www.oanagnostis.gr/%ce%b5%cf%81%cf%89%cf%84%ce%b9%cf%83%ce%bc%cf%8c%cf%82
-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%b8%ce%ac%ce%bd%ce%b1%cf%84%ce%bf%cf%82/
Wikipedia, Παρακμιακό κίνημα, Ανακτήθηκε 18 Μαϊου 2021 από:
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A0%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%BC%CE%B9%CE%B1%
CE%BA%CF%8C_%CE%9A%CE%AF%CE%BD%CE%B7%CE%BC%CE%B1