Criticism

Κείμενα και Κριτική

Άλλη μια νύχτα σύγχυσης και γέλιου (Μικρή Ασυμφωνία εις Ε Ελάσσων)

Άλλη μια νύχτα σύγχυσης και γέλιου (Μικρή Ασυμφωνία εις Ε Ελάσσων)

Λογοτεχνία και ΜΜΕ October 24, 2021

Η κοινωνική πρακτική της ειρωνείας στη γλώσσα της μουσικής των Κόρε.Ύδρο.


του Παναγιώτη Θεοφανόπουλο


Εισαγωγή


Η μουσική αποτελεί μια από τις πιο σημαντικές μορφές επικοινωνίας, ιδιαίτερα αν εξετασθεί μέσα σε ένα πολυτροπικό[1] περιβάλλον, στο οποίο το τελικό προϊόν προκύπτει από την συνέργεια δύο διαφορετικών σημειωτικών συστημάτων (Walker, 2018): αφενός η μουσική, με την έννοια των ήχων που οργανώνονται για να δημιουργήσουν μια μελωδία, η οποία συγκροτείται σε ένα αρμονικό σύστημα και, αφετέρου ο λόγος και η γλώσσα, με τη μορφή των στίχων[2]. Η παρούσα εργασία επιχειρεί την ανάλυση του τραγουδιού Άλλη μια νύχτα σύγχυσης και γέλιου (Μικρή Ασυμφωνία εις Ε Ελάσσων) του ελληνικού συγκροτήματος Κόρε.Ύδρο., δίνοντας έμφαση στους στίχους του[3], χωρίς όμως να παραβλέπει το γεγονός ότι τα νοήματά του δεν μένουν ανεπηρέαστα από τις μουσικές επιλογές, αλλά αντίθετα συντίθενται πολυτροπικά.

            Πιο συγκεκριμένα, η παρούσα εργασία αποπειράται να ερευνήσει τον τρόπο με τον οποίο μια αρκετά διαδεδομένη κοινωνικοπολιτική στάση, αυτή της ειρωνείας – εναντίωσης σε οτιδήποτε θεωρείται κυρίαρχη ή παραδεδεγμένη αξία, συγκροτείται ως μια κοινωνική – επικοινωνιακή πρακτική και επανασημασιοδοτείται μέσω της μουσικής γλώσσας, και ιδιαίτερα των στίχων.

Ένα ερώτημα που έχει απασχολήσει τους θεωρητικούς είναι το κατά πόσο η ειρωνεία αποτελεί απλώς μια έκφραση της «κυνικής απόστασης» που παίρνουν, κυρίως οι νέοι, όλο και περισσότερο από το κοινωνικο-πολιτικό σύστημα ή αν συνιστά καθαυτή μια μορφή κοινωνικής-πολιτικής αντίστασης. Το ερώτημα αυτό, διατυπωμένο είτε σε άμεση συνάρτηση με την προβληματική της ειρωνείας, είτε όχι, απασχολεί συχνά την επικοινωνία στο πλαίσιο αυτού που αποκαλούμε δημοφιλή κουλτούρα, κομμάτι της οποίας φυσικά αποτελεί η μουσική. Η μουσική συχνά πραγματεύεται κοινωνικά ζητήματα και πολλές φορές επιχειρεί κοινωνικο – πολιτικές  παρεμβάσεις με τον δικό της τρόπο (Hopper-Greenhill, 1999). Ωστόσο, το εάν και κατά πόσο η παρέμβαση αποτελεί επικοινωνιακή διάσταση της δημοφιλούς μουσικής, και τι χαρακτήρα έχει, δεν μπορεί να απαντηθεί άπαξ. Αποτελεί, αντίθετα, ένα ερώτημα που τίθεται προς ανάλυση σε κάθε μουσικό κομμάτι-τραγούδι. Συγκεκριμένα, η εργασία αυτή επιλέγει να αναλύσει τους στίχους του τραγουδιού των Κόρε. Ύδρο., αξιοποιώντας τη λογική και τη μεθοδολογία της κριτικής ανάλυσης λόγου. Στο πλαίσιο αυτό, η γλώσσα νοείται ως κοινωνική πρακτική παραγωγής νοήματος και νοηματοδότησης άλλων κοινωνικών πρακτικών και έχει απασχολήσει τους αναλυτές κυρίως ως προς ζητήματα εξουσίας και αντίστασης (Fairclough, 1989 · 1992α).


Βιβλιογραφική Ανασκόπηση


Στην καθημερινότητά μας συνήθως είμαστε σε θέση να αντιληφθούμε τις περιπτώσεις στις οποίες κάποιος μας ειρωνεύεται, χωρίς να μπορούμε ωστόσο να κατανοήσουμε τι συνιστά η ειρωνεία ως κοινωνική στάση. Η πρακτική της ειρωνείας δεν περιορίζεται στον χλευασμό ή την κοροϊδία. Αντίθετα, εκφράζει μια γενικευμένη καχυποψία για την αλήθεια αυτού που λέγεται, αλλά και για τη δυνατότητα ύπαρξης μίας και μόνο αλήθειας (Handwerk, 1985). Η παρατήρηση αυτή έχει γίνει από πολλούς μελετητές, οι οποίοι έχουν αντιμετωπίσει την ειρωνεία σε μια κοινωνική στάση/φαινόμενο, κυρίως από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 και έπειτα, συνδέοντάς τη με την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, των κυρίαρχων ιδεολογιών, των «μεγάλων αφηγήσεων» και όλων των αρχών και αξιών που επιβάλλουν μια κυρίαρχη οπτική γωνία από την οποία πρέπει να περιγραφεί ο κόσμος και η κοινωνία. Τη θέση της ιδεολογικά και πολιτικά εδραιωμένης γνώσης έρχεται να πάρει μια διάχυτη ειρωνική αμφισβήτηση των πάντων.

            Στο παρελθόν, πολλοί θεωρητικοί έχουν αντιμετωπίσει την ειρωνεία ως απόλυτο αρνητισμό ή μια γενικευμένη άρνηση (Kierkegaard, 1966). Ωστόσο, σύγχρονες μελέτες καταδεικνύουν ότι η ειρωνεία δεν συνιστά απαραίτητα ένδειξη απάθειας και άρνησης συμμετοχής στα κοινωνικά και πολιτικά δρώμενα. Αντίθετα, η Brock (2018) παρατηρεί ότι η ειρωνεία συνδέεται με μια διαρκή απογοήτευση για τον τρόπο με τον οποίο έχει διαμορφωθεί ο κόσμος και οι άνθρωποι ως κοινωνικά υποκείμενα, σε αντιπαραβολή με τον τρόπο με τον οποίο θα θέλαμε να είναι.

            Για να μπορέσουμε να αντιληφθούμε τι ακριβώς εκφράζει η ειρωνεία και με ποιες συγκεκριμένες μορφές κοινωνικοπολιτικής δράσης συνδέεται, χρειάζεται να αντιμετωπίσουμε την ειρωνεία ως πρακτική του λόγου, δηλαδή ως μια πρακτική παραγωγής νοήματος μέσω της χρήσης σημειωτικών συστημάτων. Οι έννοιες του λόγου και της κοινωνικής πρακτικής είναι άρρηκτα συνδεδεμένες, καθώς όπως παρατηρούν οι Chouliaraki & Fairclough (1999) «όλες οι πρακτικές ενέχουν απαραιτήτως μία λεκτική διάσταση, όχι μόνο υπό την έννοια ότι όλες οι πρακτικές αξιοποιούν τη χρήση της γλώσσας σε κάποιο βαθμό, αλλά και υπό την έννοια ότι οι λεκτικές κατασκευές των πρακτικών είναι καθαυτές κομμάτια τους». 

            Συνεπώς, οι κοινωνικές πρακτικές συγκροτούνται και σημασιοδοτούνται μέσω του λόγου και η σημασιοδότηση αυτή δεν συμβαίνει γενικά και αυθαίρετα. Αντίθετα, ο λόγος ασκεί τη σημασιοδοτική του λειτουργία μέσα σε συγκεκριμένα κοινωνικά και πολιτισμικά πλαίσια, και επομένως συναρτά τις κοινωνικές πρακτικές, εν προκειμένω αυτή της ειρωνείας, με τις δυναμικές, τα ανταγωνιστικά συμφέροντα και τις σχέσεις εξουσίας που εντοπίζονται στο εκάστοτε πλαίσιο. Όπως γνωρίζουμε από τον Foucault (1980), κάθε προσπάθεια να αποδώσουμε νόημα σε κάτι γίνεται πάντα από μία θέση εξουσίας, ακριβώς επειδή η εξουσία έχει τη δυνατότητα να συνδέει και να οργανώνει τις κοινωνικές θέσεις εκείνων που διατυπώνουν τα νοήματα.


Μεθοδολογία


Για τη μελέτη των στίχων του επιλεγμένου τραγουδιού, η χρήση της μεθοδολογίας της Κριτικής Ανάλυσης Λόγου προσφέρεται ως ιδανική λύση, καθώς αντιμετωπίζει την χρήση της γλώσσας ως μορφή κοινωνικής πρακτικής. Πιο συγκεκριμένα, η ανάλυση των στίχων θα γίνει βάσει των τριών επιπέδων που προτείνει ο Fairclough (1992α) και τα οποία παρουσιάζονται συνοπτικά παρακάτω.

Το πρώτο επίπεδο ανάλυσης αφορά την περιγραφή του λόγου σε κειμενικό επίπεδο, και αφορά τις λεξιλογικές, συντακτικές και δομικές επιλογές του στιχουργού. Το μέσο επίπεδο ανάλυσης αντιμετωπίζει και προσπαθεί να ερμηνεύσει τον λόγο ως πρακτική του λόγου, εξετάζοντας τις γλωσσικές πράξεις, τη συνοχή, τη συνεκτικότητα και τη διακειμενικότητά[4] του. Τέλος, ο λόγος αντιμετωπίζεται ως κοινωνική πρακτική και επιχειρείται η σύνδεση και η εξήγησή του με αναφορά στο κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο στο οποίο παρήχθη (Γρίβα κ.α., 2013). Όπως σημειώνει ο Fairclough, τα τρία επίπεδα ανάλυσης δεν μπορούν να νοηθούν ως ανεξάρτητα μεταξύ τους, ούτε να εξετασθούν διαδοχικά. Αντίθετα, αλληλοεπιδρούν και πρέπει να εξετάζονται παράλληλα και πάντα σε συνάρτηση μεταξύ τους.


Ανάλυση των Στίχων


Ένα βασικό μοτίβο που εντοπίζεται στους στίχους του τραγουδιού Άλλη μια νύχτα σύγχυσης και γέλιου (Μικρή ασυμφωνία εις Ε Ελάσσων) είναι η διάκριση και η σύγκριση των πραγμάτων εκείνων που θεωρούνται «μικρά», δηλαδή ασήμαντα, και εκείνων που αντιμετωπίζονται ως «μεγάλα», δηλαδή σημαντικά. Πιο συγκεκριμένα, σε λεξιλογικό επίπεδο εντοπίζουμε συμφράσεις όπως «πράγματα μεγάλα» και «πράγματα γελοία» (μικρά). Διευρύνοντας την αναζήτησή μας για φράσεις που αφορούν τάξεις μεγέθους (μέγεθος, πλήθος, ένταση) μέσα στους στίχους, εντοπίζουμε και άλλες συμφράσεις όπως «τέτοιες πόρτες» (δηλαδή μεγάλες πόρτες), η αλήθεια των πολλών[5] (έναντι της αλήθειας των λίγων, της «ελίτ» στην οποία ανήκει, όπως φανερώνει και ο τίτλος του δίσκου[6]). Καθίσταται επομένως σαφές το γεγονός ότι οι στίχοι διέπονται  από μια συνεχή αναζήτηση του τι θεωρείται μικρό και τι μεγάλο, τι σημαντικό και τι ασήμαντο. Ακόμα, σε δομικό επίπεδο, παρατηρούμε ότι αυτά που αναγνωρίζονται λεκτικά ως σημαντικά, βρίσκονται πάντα σε διαφορετική στροφή από αυτά που αναφέρονται ως ασήμαντα. Κάθε τέτοια στροφή ξεκινάει με τη φράση «Και αν θέλεις να μιλήσουμε για πράγματα μεγάλα / γελοία».

            Οι λεξιλογικές και δομικές επιλογές του κειμένου που αναφέρθηκαν παραπάνω μας επιτρέπουν να αναγνωρίσουμε από την πρώτη ανάγνωση τα στοιχεία εκείνα που συνιστούν την ειρωνεία στους στίχους. Πιο συγκεκριμένα, ο στιχουργός συνδέει τις μεγάλες και σημαντικές αξίες με πράγματα τα οποία θα μπορούσαν να θεωρηθούν ελάσσονος σημασίας, όπως π.χ. οι «πρόζες του Κωστάλα», ενώ τα μικρά και ασήμαντα πράγματα με ζητήματα που θεωρούνται πιο περίπλοκα, όπως π.χ. η αναφορά στο ταξικό ζήτημα. Συνεπώς, η ειρωνεία γίνεται εμφανής από τις γλωσσικές και νοηματικές συνδέσεις που πραγματοποιεί ο στιχουργός[7].

            Προχωρώντας, γίνεται σαφές ότι η καταδηλωτική λειτουργία του λόγου (αυτό που λέγεται) δεν είναι εφικτή χωρίς την ύπαρξη ενός ήδη εδραιωμένου συστήματος νοημάτων, το οποίο να επιτρέπει στο στιχουργό να πει το οτιδήποτε (Swidler, 2001). Αυτό που συγκροτεί το συγκεκριμένο λόγο ως ειρωνικό δεν είναι μόνο οι επιμέρους υφολογικές επιλογές εντός του ίδιου του κειμένου, αλλά η ιστορικότητα των νοημάτων που επικοινωνούνται, συγκροτώντας έναν ευρύτερο λόγο ειρωνείας, τον οποίο μπορούμε να αναζητήσουμε μέσα από τη διακειμενικότητά του, δηλαδή τις άμεσες/εμφανείς ή έμμεσες/λανθάνουσες αναφορές σε άλλα κείμενα (Fairclough, 1992β).  Στην περίπτωση αυτή, παρατηρείται ήδη από τον τίτλο του τραγουδιού η αναφορά στην ποίηση του Κ. Καρυωτάκη, και ειδικότερα στο ποίημά του με τίτλο «Μικρή ασυμφωνία εις Α μείζον[8]», το οποίο συμπεριλαμβάνεται στην συλλογή του Σάτιρες (1927). Οι στίχοι του τραγουδιού είναι σε άμεσο διάλογο με το συγκεκριμένο ποίημα του Καρυωτάκη, από το οποίο ο στιχουργός αντλεί στοιχεία του ειρωνικού λόγου. Πιο συγκεκριμένα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ποίηση του Καρυωτάκη δημιουργεί ένα νοηματικό υπόβαθρο, πάνω στο οποίο στηρίζεται και συγκροτείται αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «ειρωνικό λόγο του ήσσονος και του ελάσσονος[9]», το οποίο αξιοποιούν οι Κόρε. Ύδρο. στους στίχους τους για την παραγωγή νοημάτων.

            Στο τελευταίο επίπεδο της ανάλυσης επιχειρούμε να καταδείξουμε τους τρόπους με τους οποίους ο ειρωνικός λόγος του ήσσονος και του ελάσσονος εμφανίζεται και αναπτύσσεται πλέον ως κοινωνική πρακτική, άρα ενταγμένος σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό και πολιτισμικό πλαίσιο με τη δική του πάλη συμφερόντων και σχέσεις εξουσίας. Σε αυτό το επίπεδο, ο ειρωνικός λόγος επιτελεί αυτό που διάφοροι θεωρητικοί, όπως έχουμε αναφέρει, αντιλαμβάνονται ως εφ’ όλης της ύλης κριτική σε παγιωμένες αξίες και αντιλήψεις. Τόσο στους στίχους των Κόρε. Ύδρο., όσο και στο ποίημα του Καρυωτάκη εντοπίζουμε την αμφισβήτηση σχετικά με το αν το κοινωνικοπολιτικό σύστημα μπορεί να είναι δίκαιο (η ασύμμετρη σχέση του μεγάλου με το μικρό ως κοινωνικά μεγέθη πλέον), δεδομένου του τρόπου με τον οποίο είναι διαρθρωμένο, αφού οι κοινωνικές δομές οργανώνονται από τους φορείς της εξουσίας με τρόπο τέτοιο, ώστε να εξυπηρετούν συγκεκριμένα συμφέροντα.

Οι στίχοι των Κόρε. Ύδρο. αναφέρονται στο υφιστάμενο σύστημα που βρίσκεται σε πλήρη συνάρτηση με τη δημοφιλή κουλτούρα. Η κριτική που ασκείται μέσω του ειρωνικού λόγου αφορά τις επιπτώσεις στον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε και αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο γύρω μας (τι μας έχουν κάνει να πιστεύουμε ότι είναι σημαντικό και τι ασήμαντο) και εν τέλει τον τρόπο με τον οποίο δρούμε. Αυτό γίνεται σαφές από τις αναφορές σε άτομα που βρίσκονται σε θέσεις εξουσίας σε αυτό το σύστημα: τον Αλέξη Κωστάλα[10], ως αρχετυπικής μορφής της δημοφιλούς κουλτούρας της τηλεόρασης, και τη Δήμητρα Γαλάνη[11], ως καταξιωμένης μορφής σε έναν χώρο που στερεοτυπικά (και απ’ ό,τι φαίνεται λανθασμένα κατά την άποψη του στιχουργού) θεωρείται λιγότερο συνδεδεμένος με τη δημοφιλή κουλτούρα, τον χώρο του έντεχνου τραγουδιού. Τέλος, οι στίχοι των Κόρε. Ύδρο. διαπραγματεύονται μέσω του ειρωνικού λόγου του ήσσονος και του μείζονος και άλλα κοινωνικά ζητήματα. Τέτοια παραδείγματα είναι το ταξικό («γιατί η νύχτα αυτή με αρνήσεις άλλης τάξεως μ’ έχει ζώσει») και το έμφυλο ζήτημα («σε μια ανδρόγυνη κατάσταση αιωρούμαι, δεν ξέρω αν θα μπορέσω να σταθώ σωστός πατέρας»[12]).


Συμπεράσματα


Στην παρούσα εργασία επιχειρήσαμε να αναλύσουμε τον ειρωνικό λόγο του ήσσονος και του ελάσσονος, όπως αυτός συγκροτείται κειμενικά μέσα από τους στίχους του τραγουδιού των Κόρε. Ύδρο.    Άλλη μια νύχτα σύγχυσης και γέλιου (Μικρή Ασυμφωνία εις Ε Ελάσσων) και ενσωματώνεται ως κοινωνική πρακτική στο ιστορικό και πολιτισμικό του πλαίσιο. Μέσα από την κριτική ανάλυση του λόγου αυτού μπορούμε να κατανοήσουμε πως συγκεκριμένες, υφολογικού και λεξιλογικού χαρακτήρα, επιλογές σε ένα μουσικό κομμάτι που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν περιπαικτικές ή χλευαστικές, συναρθρώνονται σε ένα ευρύτερο σύστημα νοημάτων, τον ειρωνικό λόγο, το οποίο νοηματοδοτεί και νομιμοποιεί/από-νομιμοποιεί μορφές κοινωνικής (αντί)δρασης, αμφισβήτησης και, εν τέλει, κριτικής ενός συστημικά άδικου κόσμου. Η «ειρωνική» αυτή κριτική, ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνάμε, ότι γίνεται στο πλαίσιο μιας καλλιτεχνικής δημιουργίας η οποία κάθε άλλο παρά απαλλαγμένη από δομικές ανισότητες είναι και, όπως επισημαίνει και η Chouliaraki (2013), έχει συχνά εγωκεντρικό χαρακτήρα, δηλαδή αφορά κοινωνικά ζητήματα μόνο στο βαθμό που μπορούν να γίνουν κατανοητά ως προσωπικά βιώματα.


Βιβλιογραφία


Ελληνόγλωσση

Γρίβα, Ε., Κουτσογιάννης, Δ., Ντίνας, Κ., Στάμου, Α., Χατζηπαναγιωτίδη, Ά. & Χατζησαββίδης, Σ. (επιμ.) (2014). Πρόταση διδασκαλίας των λαϊκών παραμυθιών ως κειμενικού είδους: Προσέγγιση με βάση την κριτική ανάλυση λόγου. Πρακτικά Πανελλήνιου Συνεδρίου «Ο Κριτικός Γραμματισμός στη σχολική πράξη», Πάτρα, Νοέμβριος, 2-3. Ανακτήθηκε από:  http://www.nured.uowm.gr/drama/PRAKTIKA.html, πρόσβαση στις 26/05/2021.

Ποντίδα, Χ. (30 Μαΐου 2006). KΟPE. YΔPΟ. Πουλάνε «φτηνή ποπ για την ελίτ». ΤΑ ΝΕΑ. Ανακτήθηκε από:https://www.tanea.gr/2006/05/31/lifearts/culture/kope-ydpo-poylane-ftini-pop-gia-tin-elit/, πρόσβαση στις 15/05/2021.


Ξενόγλωσση


Aleshinskaya, E. (2013). Key Components of Musical Discourse Analysis. Research in Language, 11(4), doi: 10.2478/rela-2013-0007.

Chouliaraki, L. (2013). The ironic spectator: solidarity in the age of post-humanitarianism. Cambridge: Polity Press.

Chouliaraki, L., & Fairclough, N. (1999). Discourse in late modernity: Rethinking critical discourse analysis. Edinburgh: Edinburgh University Press.

Fairclough, N. (1989). Language and power. London: Longman.

Fairclough, N. (1992α). Discourse and Social Change. Cambridge: Polity Press.

Fairclough, N. (1992β). Intertextuality in critical discourse analysis. Linguistics and Education, 4, 269-293.

Foucault, M. (1980). Power/Knowledge: selected interviews and other writings 1972-1977. (μτφρ. C. Gordon, L. Marshall, J. Mepham, & K. Soper) New York, NY: Pantheon Books.

Handwork, G. (1985). Irony and ethics in narrative from Schlegel to Lacan. New Haven, CN: Yale University Press.

Hooper-Greenhill, E. (1999). Σκέψεις για τη μουσειακή εκπαίδευση και επικοινωνία στη μεταμοντέρνα εποχή. Αρχαιολογία και Τέχνες. Λονδίνο. Ανακτήθηκε από http://www.archaiologia.gr/wp-content/uploads/2011/07/72-11.pdf.

Kress, G., & van Leeuwen, T. (2001). Multimodal discourse: The modes and media of contemorary communication. London: Arnold.

Kierkegaard, S. (1966). The concept of irony. London: Collins.

Kristeva, J. (1980) Word, Dialogue & Novel. Στο L.S. Roudiez (επιμ.) Desire in Language: A Semiotic Approach to Literature and Art (σ. 64 – 91). New York: Columbia University Press. Ανακτήθηκε από: https://cpb-us-w2.wpmucdn.com/u.osu.edu/dist/3/29382/files/2016/03/Kristeva-Word-Dialogue-and-Novel-2kauf14.pdf, πρόσβαση στις: 03/06/2021.

Swidler, A. (2001). What anchors cultural practices. Στο T. Schatzki, K. Knorr Cetina, & E. von Savigny (επιμ.), The practice turn in contemporary theory (σ. 74-91). London: Routledge .

Walker, R. J. (Οκτώβριος 2018). Multimodality and the Song: Exploiting Popular Song in the University Classroom. Στο A. B. Galagher (επιμ.), Multimodality and the Song: Exploiting Popular Song in the University Classroom (σ. 188–195).


Παράρτημα


Άλλη μια Νύχτα Σύγχυσης και Γέλιου (Μικρή Ασυμφωνία εις Ε Ελάσσων)

Στίχοι: Κόρε. Ύδρο.

Μουσική: Κόρε. Ύδρο.

Άλμπουμ: Φτηνή Ποπ για την Ελίτ (2006, Capitol / EMI)

Γιώργο, η νύχτα είναι ατέλειωτη απόψε

Φοβάμαι το μυαλό μου δε θ’ αντέξει

Νιώθω πως πρέπει να αρχίσουν νέοι αγώνες,

για να περάσουν τα αισθήματά μου τέτοιες πόρτες

Γιώργο, η αλήθεια των πολλών πώς με τρομάζει,

σαν φίδι εφιάλτη τη χαρά μου αγκαλιάζει

Σε μια ανδρόγυνη κατάσταση αιωρούμαι

Δεν ξέρω αν θα μπορέσω να σταθώ σωστός πατέρας

Κι αν θέλεις να μιλήσουμε για πράγματα μεγάλα,

πρέπει να υψώσουμε δεόντως του ονείρου μας τη σκάλα,

γιατί η ζωή που ζούμε δε χορταίνει με οξυγόνο,

δεν υποκλίνεται στο τίποτα, στο πρέπει και στο μόνο

Κι αν θέλεις να μιλήσουμε για πράγματα γελοία,

πρέπει να ενώσουμε κρεβάτια, μαξιλάρια και κρανία,

γιατί το χέρι μου απόψε ως τα νύχια μου πονάει

και νιώθω την καρδιά μου ν’ αγωνίζεται να πάψει να χτυπάει

Γιώργο, νυστάζω, αλλά με αγίους δεν κοιμάμαι

Αρνούμαι ν’ αφεθώ και να ενδώσω

Γιατί μπορεί να μην έχω το χρίσμα της Γαλάνη,

αλλά στο τέλος της πορείας σ’ εμένα θα φορέσουν το στεφάνι

Κι αν θέλεις να μιλήσουμε για πράγματα μεγάλα,

πρέπει να σπάσουμε τον πάγο με τις πρόζες του Κωστάλα,

γιατί η ζωή που ζούμε δε βολεύεται σε θρόνο,

στην αμαρτία υποκλίνεται, ερωτεύεται τον πόνο

Κι αν θέλεις να μιλήσουμε για πράγματα γελοία,

πρέπει να ενώσουμε κρεβάτια, μαξιλάρια και θρανία,

γιατί η νύχτα αυτή με αρνήσεις άλλης τάξεως μ’ έχει ζωσει

και τρέμω μήπως το γατάκι που ταΐζω κάποια μέρα με προδώσει


[1] Με τον όρο πολυτροπικότητα αποδίδουμε τον αγγλικό όρο multimodality, τον οποίο κατά βάση εισήγαγαν στη σημειωτική και στην ανάλυση κειμένων οι Kress & Van Leeuwen στο βιβλίο τους Multimodal Discourse: the modes and media of contemporary communication (2001), υποστηρίζοντας ότι στο σύγχρονο επικοινωνιακό περιβάλλον, με την πληθώρα των έντυπων, ψηφιακών και ηλεκτρονικών μέσων, το νόημα σπάνια μπορεί να νοηθεί ως αποτέλεσμα ενός μόνο σημειωτικού μέσου (π.χ. της γλώσσας), αλλά αντίθετα συντίθεται μέσα από την οργανική αλληλεπίδραση διαφόρων μορφών σημασιοδότησης, όπως μπορεί να είναι η σταθερή και κινούμενη εικόνα, ο ήχος, η κιναισθητική κ.α.

[2] Για την πολυτροπική ανάλυση του μουσικού λόγου έχει προταθεί η ταυτόχρονη μελέτη των εξής παραγόντων: η ανάλυση των στίχων των τραγουδιών γλωσσική επιτέλεση, την περιγραφή των λόγων (discourses) σχετικά με τη μουσική και την ανάλυση της μουσικής ως λόγου (Aleshinskaya, 2013).

[3] Για τους στίχους του τραγουδιού βλ. Παράρτημα.

[4] Ο όρος διακειμενικότητα χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από την Kristeva (1966), για να περιγράψει την παραγωγή κειμένων και νοημάτων με αναφορά σε άλλα κείμενα.  

[5] Μάλιστα, στην αρχική έκδοση (demo) του κομματιού, που έχει αναρτηθεί στο YouTube, οι στίχοι διαφέρουν. Οι αρχικοί στίχοι ήταν «Γιώργο οι άνθρωποι πολύ πώς με τρομάζουν / Λίγοι ειν’ αυτοί που την ελίτ μου αγκαλιάζουν», κάνοντας τη σύγκριση μεταξύ των πολλών και της ελίτ ακόμα πιο εμφανή.

[6] Το συγκρότημα επέλεξε για τον δεύτερο δίσκο τον τίτλο Φτηνή Ποπ για την Ελίτ, ο οποίος κυκλοφόρησε το 2006 από τη Minos EMI. Σχετικά με την επιλογή του τίτλου, ο Δημητριάδης, ιδρυτικό μέλος του συγκροτήματος σχολιάζει: «Απ’ ό,τι φαίνεται, ο πρώτος δίσκος απασχόλησε μόνο μια ελίτ… Δημοσιογράφους, ειδικό κοινό, κάποιους ραδιοφωνικούς παραγωγούς… Φοβερές κριτικές… Απίστευτες… Αλλά από πωλήσεις τίποτα. Ε, είπαμε κι εμείς, κάπως έτσι θα συμβεί και στο δεύτερο». Παρόλα αυτά, ο συγκεκριμένος δίσκος αποτελεί τον εμπορικότερο του συγκροτήματος μέχρι σήμερα. 

[7] Στους επίσημους διαδικτυακούς ιστότοπους του συγκροτήματος ως στιχουργός αναγράφεται το όνομα του συγκροτήματος, αφήνοντας να εννοηθεί ότι οι στίχοι αποτελούν αποτέλεσμα συνεργασίας μεταξύ των μελών του συγκροτήματος. Ωστόσο, στην αρχική έκδοση (demo) του τραγουδιού ακούγεται ο Π. Δημητριάδης, να σχολιάζει τους στίχους του κομματιού με τρόπο που υπονοεί ότι τους έχει επιμεληθεί ο ίδιος. 

[8] Στο συγκεκριμένο ποίημα ο Καρυωτάκης αναφέρεται στον ποιητή Μαλακάση, τον οποίο ειρωνεύεται όχι σχετικά με το ποιητικό του έργου, αλλά με την αριστοκρατική κοινωνική του θέση.

[9] Το ποίημα του Καρυωτάκη αναφέρεται έντονα στη διάκριση του μικρού και στο μεγάλου («μικρόν ἐμέ κι ἐσᾶς μεγάλο») με όρους σημαντικότητας.

[10] Ο σχετικός στίχος αναφέρει: «Κι αν θέλεις να μιλήσουμε για πράγματα μεγάλα, πρέπει να σπάσουμε τον πάγο με τις πρόζες του Κωστάλα», αφήνοντας να εννοηθεί ότι χρειάζεται να αναγνωρίσουμε το κατεστημένο, ώστε να μπορέσουμε να το αντιμετωπίσουμε.

[11] Ο σχετικός στίχος αναφέρει: «Γιατί μπορεί να μην έχω το χρίσμα της Γαλάνη». Για την ανάλυσή μας ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο παίζει η χρήση του ουσιαστικού «χρίσμα», το οποίο υποδηλώνει την φύσει ανώτερη θέση που φέρεται να έχει στο σύστημα η Δ. Γαλάνη σε σχέση με τον στιχουργό.

[12] Στο συγκεκριμένο στίχο ο στιχουργός φέρεται να κάνει άμεση αναφορά στην ιδεολογία των έμφυλων ρόλων, η οποία ορίζει συγκεκριμένα πρότυπα που ακολουθούν τα βιολογικά φύλα, και συνδέονται στη συνέχεια με τους γονεϊκούς ρόλους του πατέρα και της μητέρας. Η αξιοποίηση του ειρωνικού λόγου του μείζονος και του ήσσονος εντοπίζεται στην αμφισβήτηση της επάρκειάς του ως πατέρα, από τη στιγμή που βρίσκει τον εαυτό του να βρίσκεται σε μία ανδρόγυνη κατάσταση (αμφισβήτηση των πατριαρχικών προτύπων).