Criticism

Κείμενα και Κριτική

“Γλυκιά μου πατρίδα”: μυθοπλαστικό ημερολόγιο μιας Χιώτισσας μετά την καταστροφή

“Γλυκιά μου πατρίδα”: μυθοπλαστικό ημερολόγιο μιας Χιώτισσας μετά την καταστροφή

Δημιουργική Κριτική Φανταστικές κριτικές March 1, 2021

της Χρυσούλας Τσουχλαράκη


«Παρίσι, 25 Δεκεμβρίου 1824


Ήρθαν μέρες γιορτινές. Σήμερα γεννήθηκε ο Χριστός μας. Αυτός που μας δίδαξε την αγάπη, την ελεημοσύνη, την ειρήνη. Είναι μέρα χαράς. Όμως εγώ; Γιατί δε νιώθω χαρούμενη; Γιατί δε νιώθω ευτυχισμένη; Έχω τα παιδιά μου και τον άντρα μου. Είμαστε όλοι καλά και υγιείς. Καταφέραμε και σωθήκαμε το ξέρω. Γλιτώσαμε από τα δόντια του Χάρου. Αλλά τίποτα δε θυμίζει τα Χριστούγεννα στη Χίο. Τα πάτρια εδάφη μας. Εδά στη Γαλλία είναι όλα διαφορετικά. Τίποτα δε θυμίζει Ελλάδα. Πάνω που ξεχνιέμαι κάπως κάτι γίνεται πάντα και θυμάμαι. Θυμάμαι την καταστροφή, τον πόνο, την εξαθλίωση, τον βιασμό της αδερφής μου, τον κακοπύχερο  Χρηστάκο του κυρ-Γιώργη που του έκοψαν το κεφάλι με τη χατζάρα μπροστά στα μάτια μας. Ευτυχώς εμείς σωθήκαμε, ένας Θεός ξέρει πως. Προσπαθώ χρονιάρες μέρες να είμαι χαρούμενη μπροστά στα παιδιά μου. Όμως, το βράδυ που οι σκέψεις τρέχουν, κάθομαι και λογίζομαι την καταστροφή και με παίρνουν τα κλάματα.


Σήμερα το πρωί, καθώς φτιάχναμε με τα παιδιά το καραβάκι μας για να το στολίσουμε πάνω στο τραπέζι, πάλι μου ήρθαν μνήμες. Με ένα τέτοιο φύγαμε για να ξεφύγουμε από τους Τουρκαλάδες. Θυμήθηκα τη μέρα που έτυχε να βρίσκομαι στο Σαλόνι του Παρισιού. Ο άντρας μου βρήκε δουλειά ως εργάτης εκεί. Σαν καλή, λοιπόν, σύζυγος κι εγώ και κάμοντας ό,τι έκαμα και στη Χίο, πήγα εκεί για να του φέρω το φαγητό του. Μπαίνοντας μέσα στην έκθεση και μη γνωρίζοντας περί τίνος πρόκειται, τα μάτια μου πέφτουν σε έναν πίνακα ενός νεαρού ζωγράφου που ούτε θυμάμαι το όνομά του. Πάω, κοντοστέκομαι για λίγο, τον κοιτάω και εννογώ είντα. Πριν προλάβω να αρθρώσω λέξη ήρθαν κάποιοι άντρες και μου είπαν ότι έπρεπε να φύγω αμέσως. Μη μπορώντας να τους εξηγήσω για ποιο λόγο ήρθα, τελικά έφυγα, αφού πώς να μιλήσω το γαλλικό;


Αυτός ο πίνακας που είδα τα έλεγε όλα χωρίς να πει τίποτα. Ό,τι νιώθαμε όλοι εκείνη τη στιγμή της καταστροφής αποτυπωνόταν σε αυτόν τον πίνακα. Ένιωσα κι εγώ ότι ήμουν κομμάτι του. Δεν μπορώ να ξεχάσω τη μορφή της γυμνόστηθης γυναίκας αγκαλιά με το παιδί της. Ένιωθα πως ήμουν εγώ. Τόση αγωνία, τόσος τρόμος, τόσος φόβος να φυλάξω τα παιδιά μου να μην σκοτωθούν. Ταυτίστηκα σα μάνα. Η μορφή αυτή της γυναίκας είναι σαν να μιλάει στις ψυχές κάθε Χιώτισσας μητέρας. Πόνος, φόβος, αγωνία για το μέλλον, πρώτα από όλα, των παιδιών της και, έπειτα, για τον εαυτό της. Νιώθω τυχερή κι ευλογημένη, που εγώ κατάφερα και τα έσωσα. Ο Θεός να τα έχει καλά. Από αυτόν τον πίνακα θυμάμαι άλλα δύο πράγματα. Άλλωστε, τί να προλάβω να δω, αφού κόντεψαν να με μπουζουριάσουν.


Το πρώτο ήταν μία μορφή κάπου στη μέση, μπορεί και όχι, μία γυναίκα να κρατιέται από την πλάτη ενός άντρα. Εκεί θυμήθηκα τον άντρα μου. Δεν ξέρω είντα θα έκανα αν τον έχανα. Τα γιόμελά μου είντα θα έκαμαν; Πως θα τα μεγάλωνα μόνη; Και αν ερχόμουν εδά, μόνη γυναίκα, ίντα θα λέγανε; Άγιο είχαμε και οι τέσσερίς μας. Το δεύτερο ήταν η φιγούρα του Τουρκουλά. Γιάλλα γιάλλα την είδα στο Σαλόνι, ήθελα να βρουλιστώ (ουρλιάξω). Ένιωσα οργή, πόνο, μίσος. Πώς μπορείς να σκοτώνεις έτσι ανθρώπους που το μόνο που θέλουν είναι να είναι λέφτεροι στην πατρίδα τους; Είναι βάρβαροι. Αδίσταχτοι. Λες και ζουν μόνο για να σκοτώνουν. Τώρα που το σκέφτομαι, μια άλλη φιγούρα που θυμάμαι έτσι πολύ αχνά, σαν όνειρο, ήταν μιας άσχημης γυναίκας, σχεδόν τρομακτικής, που θυμάμαι μονάχα το πρόσωπό της. Εκείνη τη στιγμή της καταστροφής δεν υπήρχε χώρος για κάτι ωραίο. Άνθρωποι σφιαγιάστηκαν, καταστράφηκαν οικογένειες, κατάκαψαν τα σπίτια μας, πήραν ό,τι αποκτήσαμε μόνοι μας με πολύ κόπο, βίασαν νεαρά κορίτσια, μας λεηλάτησαν. Υπήρχε και θα υπάρχει για πολύ καιρό μόνο δυστυχία. Δεν υπάρχει πλέον χώρος για το όμορφο και το αθώο. Επικρατεί μόνο το σκοτάδι.


Δεν ξέρω πως κατάφερε ένας ζωγράφος χωρίς να έχει ζήσει αυτό τον εφιάλτη να αποτυπώσει όλη την πίκρα. Ο πίνακας αυτός είναι σαν μια κραυγή που ζητάει βοήθεια, να γλιτώσει από τους Τούρκους. Δεν κρύβω ότι καταβάθος μέσα μου, ένιωσα για μια στιγμή μια περηφάνια, που μαθεύτηκε τι έγινε στο νησί μας από τους βάρβαρους, που έμαθαν οι Ευρωπαίοι της καλής κοινωνίας τι γίνεται πέρα από τη μύτη τους. Ελπίζω να κατάλαβαν τι γίνεται στη μικρή μας Ελλαδίτσα και να βοηθήσουν όσους απέμειναν εκεί. Αχ, γλυκιά μου πατρίδα, πόσο μου λείπεις.


Όσο γράφω αυτά τα πράγματα μου έρχεται στο μυαλό το ποίημα του Βύρωνα. Α ρε Βύρωνα. Μακάρι όλοι να είχαν την αγάπη που είχες εσύ για την πατρίδα μας. Ήσουν πολύ καλός άνθρωπος. Ο χαρταητός σου δεν πρόκειται να σβήσει ποτέ.


Αδιάφορη τούτη η καρδιά θα μένει

γιατί καρδιά καμμιά δεν συγκινεί:

κι’ όμως απαρνημένη και θλιμμένη

ματώνει στη στιγμή.


Οι μέρες μου χλωμά κίτρινα φύλλα

τ’ άνθη και της αγάπης οι καρποί

είναι σκουλήκια βούρκος και σαπίλα

και κούφιοι οι παλμοί.


Οι σπίθες που μου φεύγουν απ’ τα σπλάχνα

καθώς ηφαίστεια νησιού νεκρά

φλόγες δεν βγάνουνε παρά μιαν άχνα

σα νεκρικά πυρά.


Τον κλήρο του έρωτα που συνταράζει

ελπίδες και πόθους δεν έχω εγώ

μηδέ σκοπό πάρεξ ένα μαράζι

ένα βαρύ ζυγό.


Και να μην πω: «ούτε έτσι – μήτε τώρα…»

στα εξιλαστήρια πάθη της ζωής

ηρώων στεφάνια πλέκονται οληνώρα

θανάτου και τιμής.


Βόλια και λάβαρα! Αχός, Ελλάδα

φως μου, πώς με καλείς. Πολεμιστές

και πάλι στης ασπίδας την απλάδα

πεθαίνουν νικητές.


Ω ξύπνα! Ελλάδα μου όχι συ, ξύπνα

και βύζαξε τις ρίζες πνεύμα μου

δυνάμωσε μες των Γραικών τα δείπνα

με ένα νεύμα μου.


Πείνες της σάρκας, ηδονές και πάθος

τα βδελυρά και τερατόμορφα

Όχι! Κύττα την ομορφιά σαν λάθος

σε πρόσωπα όμορφα.


Αν κλαις τη νιότη σου, τότε μη ζήσεις!

Χρέος και θάνατος σωστός εδώ

με σφαίρες τη ζωή σου να σφαλίσεις

στο χώμα αυτό.


Γύρνα με περιέργεια το κεφάλι

μέτρα καλά, να ’ναι φαρδύς-πλατύς

ο τάφος σου, κι’ ύστερα από την ζάλη

πέσε ν’ αναπαυτείς .


Είναι τιμή τέτοιοι σημαντικοί άνθρωποι, όπως ο Βύρωνας, να τιμάνε τη χώρα σου με έργα τους. Αν τον είχα μπροστά μου, διαβάζοντας τις πρώτες στροφές, θα του έλεγα ότι δεν πρέπει να σκέφτεται άσχημα πράγματα, όπως τη μοναξιά, τη θλίψη και το μοναχικό θάνατο. Θα του έλεγα ότι μπορεί να μη βίωσε τον έρωτα, κι όμως, όλοι οι Έλληνες του έδωσαν τόση αγάπη και τόση ευγνωμοσύνη, που ο έρωτας είναι κάτι μηδαμινό.


Καλέ μου Βύρωνα, δεν είσαι μια αστιφίδα, όπως περιγράφεις τον εαυτό σου, αλλά ένα πουντέλι που φυτρώνει την άνοιξη. Δεν υπάρχει χώρος για έρωτες. Η επανάσταση και ο αγώνας για το έθνος είναι αυτό που μετράει τώρα. Όλοι σε θυμούνται σαν επαναστάτη μέσα στα «βόλια» και τα «λάβαρα». Ήσουν ένας Έλληνας πολεμιστής με εγγλέζικη καρδιά. Η Ελλάδα σου, όπως γράφεις, ήταν εκεί πάντα για σένα για να σου θυμίζει ποιος ήσουν. Η Ελλάδα σου μόλις είχε ξυπνήσει κι εσύ Βύρωνα την σήκωσες από το κρεβάτι και την έκαμες έτοιμη να πολεμήσει με τα θηρία. Σου αξίζουν τα στεφάνια των ηρώων. Αγωνίστηκες για την Ελλάδα σαν αρχαίος θεός. Μεγαλύτερη ευχαρίστηση να βλέπεις την πατρίδα σου λέφτερη δεν υπάρχει. Ο σωστός ο ήρωας δεν νοιάζεται για τα νιάτα του. Ο σωστός ήρωας, όπως εσύ, ξέρει ότι θα πεθάνει. Αλλά ο θάνατος αυτός ξέρει ότι θα είναι ένδοξος. Μπορεί ο αγωνιστής μέσα σε μια στιγμή να πεθαίνει, όμως η μνήμη του είναι αιώνια. Λόρδε, κατάφερες κι έγινες ένας από εμάς κι ένας από αυτούς . Αναπαύσου καλά.


Όσα χρόνια κι αν περάσουν δεν καβουλεύομαι αυτό που έγινε. Ο χρόνος όμως κυλάει μπροστά. Αυτό που εύχομαι, μέρα σήμερα που γεννήθηκε ο Χριστούλης, είναι άλλο κακό τέτοιο να μην εύρει κανέναν άλλον Έλληνα.

Χίο μου αγαπημένη, ελπίζω κάποια στιγμή να ανταμώσουμε ξανά.»


ΕΠΙΜΕΤΡΟ

Ο Ρομαντισμός είναι ένα κίνημα που έφερε στο προσκήνιο τους όρους «ελευθερία», «επανάσταση» και «έθνος». Σημαντικοί εκπρόσωποι αυτού ήταν ο Γάλλος καλλιτέχνης Ντελακρουά και ο Άγγλος ποιητής Λόρδος Μπάιρον. Ένας από τους πίνακες του πρώτου είναι η «Σφαγή της Χίου» (1824) και ένα από τα ποιήματα του δεύτερου «Σήμερα συμπληρώνω τα τριάντα-έξη μου χρόνια» (1824). Τα δύο έργα αυτά αφορούν την επαναστατημένη Ελλάδα και γι’ αυτό το λόγο θα μπορούσε να πει κανείς ότι σχετίζονται. Ο πίνακας παρουσιάζει την ολοκληρωτική καταστροφή που υπέστη η Χίος από τους Οθωμανούς και το ποίημα, ως δημιούργημα ενός Φιλέλληνα, εξυψώνει το φρόνημα των Ελλήνων για τους αγώνες τους για την ανεξαρτησία και την ελευθερία τους. Οι αγώνες της Ελλάδας ενέπνευσαν πολλούς καλλιτέχνες εκείνης της περιόδου, αφού ο Ρομαντισμός προβάλλει την ατομικότητα του λαού και την προσπάθειά του να διαφοροποιηθεί από τους άλλους, ενώ παράλληλα συνοδεύεται με την έννοια της ρήξης και της αντίδρασης απέναντι στην απολυταρχία.

Γενικά, θα έλεγε κανείς ότι η Ελληνική Επανάσταση υπήρξε μια περίοδος σημαντικών γεγονότων, που την ανέδειξαν ως το σημαντικότερο κομμάτι της ιστορίας της χώρας. Η Ελλάδα με τον απελευθερωτικό της αγώνα εναντίων των Οθωμανών έδειξε ότι μπορεί να μετρήσει πολιτικά και στην υπόλοιπη Ευρώπη, ενώ παράλληλα τονώθηκαν οι έννοιες του έθνους και του ελληνισμού και δημιουργήθηκε το κίνημα του Φιλελληνισμού. Η επανάσταση προϋπέθετε υλική και ιδεολογική προετοιμασία με επιρροές από την Γαλλική Επανάσταση. Στόχος ήταν η οικονομική ανάπτυξη, η άνοδος της παιδείας και η αποδέσμευση των Ελλήνων από τον οθωμανικό ζυγό. Ξεκίνησε στις 3 Φεβρουαρίου 1821 και διήρκησε εννέα χρόνια έως Ιούλιο 1827 με την υπογραφή της Συνθήκης του Λονδίνου.

Όσον αφορά τη σφαγή της Χίου, τα βαριά οικονομικά μέτρα που είχαν επιβληθεί στους κατοίκους της Χίου και η γενικότερη κατάσταση, που επικρατούσε, είχαν ως συνέπεια να προκληθεί ένα επαναστατικό αίσθημα στους κατοίκους του νησιού είτε γιατί πίστευαν ότι θα μπορούσαν μέσω μιας εξέγερσης να έχουν μια καλύτερη τύχη ή είτε γιατί κάποιοι είχαν έντονο το αίσθημα του πατριωτισμού. Πρωτεργάτης του ξεσηκωμού ήταν ο Μπουρνιάς, ο οποίος ζήτησε βοήθεια από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, που με τη σειρά του αρνήθηκε, διότι θεωρούσε ότι αυτό ένεχε πολλούς κινδύνους. Εν αγνοία της κυβέρνησης στις 10 Μαρτίου 1822 στάλθηκαν 38 καράβια από τη Σάμο. Οι Οθωμανοί με την κίνηση αυτή αιφνιδιάστηκαν και φοβισμένοι κλείστηκαν στο φρούριο. Ενώ πέρασαν μερικές μέρες και ενώ επικρατούσε ενθουσιασμός, δεν υπολογίστηκαν οι κίνδυνοι του κινήματος αυτού. Ο σουλτάνος, γνωρίζοντας τι συνέβαινε στη Χίο, έστειλε γρήγορα στόλο, ενώ στη Βουλή αναφέρθηκε ότι ο εχθρός προετοιμάζει μεγάλο στόλο και ότι κάποιοι ήταν έτοιμοι να μπουν στη μάχη. Η όλη επιχείρηση είχε σχηματιστεί με προχειρότητα. «Αφού τουρκικός στόλος βομβάρδισε προηγουμένως την πόλη, αποβίβασε 7000 άνδρες» και οι περισσότεροι συγκεντρώθηκαν στα δυτικά παράλια της Χίου με σκοπό να ξεφύγουν προς τα Ψαρά, ενώ ταυτόχρονα ο στρατός των Τούρκων ενισχυόταν διαρκώς από τα μικρασιατικά παράλια. Το Πάσχα, στις 2 Απριλίου 1822, δεκαπέντε χιλιάδες Οθωμανοί κατευθύνθηκαν στο μοναστήρι του Άγιου Μηνά, όπου έσφαξαν και πυρπόλησαν όσους Έλληνες βρίσκονταν σε αυτό. Στη συνέχεια είχε υποσχεθεί ότι οι κάτοικοι θα είχαν αμνηστία με την προϋπόθεση να φύγουν από το νησί, με τη βοήθεια των πρόξενων. Οι κάτοικοι της Χίου εμπιστεύτηκαν τα λόγια αυτά και ανυποψίαστοι έπεσαν στην παγίδα. Πραγματοποιήθηκαν λεηλασίες, εμπρησμοί, σφαγές και αιχμαλωσίες, καταστρέφοντας και αφανίζοντας ένα ολόκληρο νησί. Σκοτώθηκαν και αιχμαλωτίστηκαν τριάντα χιλιάδες Έλληνες. Το γεγονός της καταστροφής της Χίου συγκλόνισε όχι μόνο τον Ελληνισμό, αλλά και ολόκληρη την Ευρώπη και τους Φιλέλληνες. Γράφθηκαν ιδιαίτερα πολλά άρθρα σε εφημερίδες της Γαλλίας, της Αγγλίας, της Γερμανίας και αλλού για το συμβάν αυτό. Ο πίνακας της σφαγής της Χίου δημιουργήθηκε από τον Ντελακρουά τον Ιανουάριο του 1824 και ολοκληρώθηκε 6 μήνες αργότερα.

Όσον αφορά τον Λόρδο Μπάιρον, αυτός γεννήθηκε στις 22 Ιανουαρίου 1788 στο Λονδίνο της Αγγλίας και έχασε τη ζωή του στις 19 Απριλίου 1824 στο Μεσολόγγι της Ελλάδας. Ήταν ρομαντικός ποιητής, ο οποίος με τα ποιήματά του προσπάθησε να απεικονίσει την φαντασία του για την Ευρώπη. Ήταν γνωστός Φιλέλληνας. Η αγάπη του για τη χώρα ξεκίνησε όταν επισκέφτηκε την Πάτρα, την Πρέβεζα, τη Νικόπολη, την Άρτα, τα Γιάννενα και το Τεπελένι, όπου εκεί συνάντησε τον Αλή Πασά. Επισκέφτηκε επιπλέον τη Λειβαδιά, την Αθήνα, τους Δελφούς, το Αίγιο, την Κωνσταντινούπολη και την αρχαία Τροία. Ο Μπάιρον ενθουσιάστηκε από τον ελληνικό αρχαίο πολιτισμό και τα φυσικά τοπία. Μάλιστα, πολλά από τα ποιήματά του έχουν εμπνευστεί από την Ελλάδα. Όταν ξέσπασε η Επανάσταση, τάχθηκε κατευθείαν υπέρ της χώρας, ενώ το 1823 πήρε μέρος στο «Φιλελληνικό Κομιτάτο». Τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς πήγε στο Αργοστόλι, όπου υπήρχε διχασμός μεταξύ των Ελλήνων, γεγονός που το δυσαρέστησε. Παρόλα αυτά, έδωσε στους αγωνιστές διάφορα εφόδια για τη συνέχιση του αγώνα τους. Αρχές του 1824 έφτασε στο Μεσολόγγι, όπου πάλι προσέφερε τις υπηρεσίες του βοηθώντας στην ανακατασκευή του στρατού. Επιπλέον, πήρε το αξίωμα του αρχιστράτηγου. Ο θάνατός του στα 36 του χρόνια συγκλόνισε όλη την Ελλάδα.

Ο πίνακας του Ντελακρουά και το ποίημα του Μπάιρον αποτέλεσαν έργα, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για δημιουργική κριτική. Αυτή πραγματοποιήθηκε σε ένα φανταστικό πλαίσιο: «Είμαι η Χρυσούλα Ασπιώτη – Μαρτίν και είμαι συγγραφέας. Σπούδασα δημοσιογραφία στο Aix-en-Provence et Marseille, ζω και εργάζομαι στο Παρίσι. Η μητέρα μου είναι Γαλλίδα από τη Μασσαλία και ο πατέρας μου Έλληνας με καταγωγή από τη Χίο. Έχω μεγαλώσει γνωρίζοντας και γαλλικά και ελληνικά. Τρέφω, όμως, μεγάλη αγάπη για την πατρίδα του πατέρα μου. Αυτό φαίνεται άλλωστε και από τα βιβλία μου, που στα περισσότερα από αυτά δεν λείπουν οι αναφορές σε αυτή. Τον τελευταίο καιρό γράφω το βιβλίο «Γλυκιά μου πατρίδα»,  με πρωταγωνίστρια τη Χιώτισσα Λενιώ, η οποία γράφει τις σκέψεις της λίγα χρόνια μετά την καταστροφή της Χίου σε μορφή ημερολογίου». Επομένως, χρειάζεται να διευκρινιστεί ότι η συγγραφέας δεν έχει βιώσει η ίδια τα γεγονότα, αλλά τα έχει ακούσει από αφηγήσεις του πατέρα της. Επίσης δεν έχει ζήσει η ίδια στη Χίο, για να αποκτήσει το ακριβές ιδίωμα και γι’ αυτό προσπαθεί να το προσεγγίσει όσο το δυνατόν καλύτερα ρωτώντας τον πατέρα της. Η τελευταία διευκρίνιση δίνεται, καθώς πολλές φορές μέσα στο κείμενό της παρατηρείται ένας συνδυασμός ιδιώματος και πιο επίσημων εκφράσεων.

…και λίγο πριν κοιμηθεί σαν να το έχει τάμα από τότε που στέριωσαν στο Παρίσι, πήρε την πένα κι άρχισε να γράφει.


Βιβλιογραφία για ιστορικά γεγονότα Ελληνικής Επανάστασης και σφαγή της Χίου: (1975). Η ελληνική επανάσταση και η ίδρυση του ελληνικού κράτους (1821-1832), στο συλλογικό τόμο: Ιστορία του ελληνικού έθνους (επιμέλεια: Δεσποτόπουλος, Α.)

Βιβλιογραφία για Ντελακρουά: Ξανθάκης, Γ. (12.05.2020). Πώς εμπνεύστηκε τον πίνακα «Η Σφαγή της Χίου» ο Ευγένιος Ντελακρουά;. Πολίτης Χίος. Ανακτήθηκε 16.12.2020 από https://www.politischios.gr/parelthon/pos-empneusteke-ton-pinaka-e-sphage-tes-khiou-o-eugenios-ntelakroua

Βιβλιογραφία για Λόρδο Μπάιρον: https://www.sansimera.gr/biographies/1293 και Marchand, A. (9.04.2020). Lord Byron. Britannica. Ανακτήθηκε 8.11.2020 από https://www.britannica.com/biography/Lord-Byron-poet  

Βιβλιογραφία για χιώτικο ιδίωμα: (11.03.2015). Μιλητένε χιώτικα;. Απλωταριά. Ανακτήθηκε 20.12.2020 από https://www.aplotaria.gr/militene-xiotika/ και (11.03.2015). Το γλωσσάρι της Λαγκάδας. Απλωταριά. Ανακτήθηκε 20.12.2020 από https://www.aplotaria.gr/langada-language/